Είκοσι επτά ποιήτριες και ποιητές που έχουν αναπηρία, νόσησαν ή νοσούν γράφουν για το σώμα που πάσχει και αλλάζει, για τη νόσο, την αναπηρία, τον πόνο, την ψυχική ασθένεια, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά καθορίζουν τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τους άλλους.
Το σώμα βρίσκεται στο κέντρο της ανθολογίας όχι μόνο ως φορέας της ασθένειας και της φθοράς, αλλά και ως τόπος προσωπικού βιώματος, κοινωνικών αποκλεισμών και διεκδίκησης. Οι ίδιοι οι άνθρωποι που έχουν βιώσει τη νόσο ή την αναπηρία παίρνουν τον λόγο και μιλούν για τον εαυτό τους, απέναντι σε ένα βλέμμα που συχνά αντιμετωπίζει το πάσχον σώμα με φόβο, αμηχανία ή οίκτο.
Όπως γράφει η Χριστίνα Λιναρδάκη στην εισαγωγή της, η ποίηση μπορεί να γεμίσει με λέξεις όσα παραμένουν άρρητα γύρω από το σώμα που «νοσεί και πάσχει, γηράσκει, καταπονείται και εντέλει καταρρέει» και να φέρει τον αναγνώστη πιο κοντά στο βίωμα των πασχόντων, ενισχύοντας την ενσυναίσθηση του αναγνώστη αλλά και τις δυνατότητες διεύρυνσης της έννοιας της κανονικότητας.
Οι Άφθαρτοι στίχοι για φθαρτά σώματα συγκεντρώνουν διαφορετικές ποιητικές φωνές γύρω από μια κοινή εμπειρία: τη φθαρτότητα του σώματος και την ανάγκη να υπάρξει ένας κόσμος που να χωρά τους ανθρώπους με όλη την πραγματική ποικιλία τους.
Το σχέδιο του εξωφύλλου είναι της Γαρουφαλιάς Στέτου.

