Η προσωπική εμπειρία του, χωρίς προθέσεις σκανδαλοθηρίας ή απολογισμών, λειτουργεί ως εργαλείο διάγνωσης και όχι ως άλλοθι εξομολόγησης. Το θέατρο προσεγγίζεται μέσα από σχέσεις εξουσίας, ναρκισσισμών, ιδεολογικών προσχημάτων και θεσμικής αδράνειας, όπου η μετριότητα συχνά επιβραβεύεται και η αφοσίωση εξαντλείται δίχως αντίκρισμα.
Τα σημειώματα αυτά κινούνται ανάμεσα στη μνήμη και την κριτική, αποδομώντας μύθους περί «ιερότητας» της σκηνής, συλλογικότητας, πρωτοπορίας και πολιτιστικής αποστολής. Η Θεσσαλονίκη των μεταπολιτευτικών δεκαετιών λειτουργεί ως συγκεκριμένο, αλλά όχι αποκλειστικό παράδειγμα ενός θεατρικού πεδίου που ευνόησε τη στασιμότητα, τη μικροπολιτική και την ανακύκλωση ίδιων προσώπων και αντιλήψεων. Παράλληλα, διερευνάται υπό σκοπιά εμπειρικής γνώσης ο ηθοποιός και η Τέχνη του.
Το θέατρο δεν εξιδανικεύεται ούτε καταδικάζεται συνολικά. Απλώς στο παρόν κείμενο το εκθέτει, αναδεικνύοντάς το ως πεδίο έντασης, που καταναλώνει συστηματικά όσους το διακονούν, συχνά σκληρό και σπάταλο, ικανό για σπάνιες στιγμές ουσιαστικής έντασης, αλλά και για μακρές περιόδους αυταπάτης. Ένα βιβλίο ψύχραιμης και συχνά αμείλικτης αποτίμησης, που δεν ζητά κατανόηση, δεν χαρίζεται σε πρόσωπα ή θεσμούς και δεν αποδίδει ευθύνες. Προτείνει, αν μη τι άλλο, την αξία της στοχαστικής ματιάς, σε καιρούς που πολλά έχουν χαθεί ή παραχαραχθεί.


