Περισσότερο ίσως από το ιππικό των Βησιγότθων, των Οστρογότθων και των Ούννων, από τους τοξότες των Αβάρων, των Σασσανιδών Περσών και των προ-οθωμανικών νομαδικών τουρκοφώνων φύλων της Ανατολής και των Βαλκανίων (από τους Ονόγουρους ως τους Πατζινάκους/Πετσενέγγους, τους Ούζους και τους Κο[υ]μάνους/Πολόφτσους/Κιπτσάκους), από τις μαζικές εγκαταστάσεις των ημι-νομάδων Σλάβων, από τους καταστροφικούς στόλους των Βανδάλων και των «Σαρακηνών» Αράβων, από τις ληστρικές επελάσεις των Βουλγάρων, από τους πελέκεις των Σκανδιναβών, από τις πολιορκητικές μηχανές των Νορμανδών και των διαφόρων Σταυροφόρων πριν και μετά το 1204, από τις δηώσεις των Καταλανών και τις μαζικές εγκαταστάσεις των Αλβανών, και ακόμη από τα καταστροφικά κανόνια των Οθωμανών, το Βυζάντιο και η υστεροφημία του στην παγκόσμια ιστορία κινδύνεψαν από την ανελέητη γραφίδα του μεγάλου Άγγλου ιστορικού της εποχής του Διαφωτισμού και του Ορθολογισμού, Εδουάρδου Γίββωνος (Edward Gibbon: 1737-1794), που στο 2ο μισό του 18ου αιώνα τούς «κατάφερε» όντως αποφασιστικά χτυπήματα· αποτελεί την πρόδρομη επιτομή της μεταγενέστερης περίφημης φράσης “…the pen is mightier than the sword…” («η γραφίδα είναι ισχυρότερη του ξίφους») του Άγγλου συγγραφέα του 19ου αιώνα, Edward Bulwer-Lytton (1803-1873), στο πεντάπρακτο θεατρικό του έργο Richelieu; or the Conspiracy (Λονδίνο, 1839). Γι’ αυτόν τον λόγο τόσοι πολλοί έσπευσαν ιδιαίτερα από το 2ο μέρος του 19ου αιώνα —και άλλοι σπεύδουν ακόμα και στις ημέρες μας— να αντικρούσουν και να αποδομήσουν το έργο του Gibbon. Όσο, όμως, αυστηρά και αν κρίνεται ο τελευταίος από πολλούς βυζαντινολόγους μέσα στο πέρασμα του χρόνου, δεν παύει να αποτελεί μνημείοστιβαρής γνώσης των (έως τότε εκδεδομένων) πρωτογενών πηγών, μεγαλοφυούς σύλληψης και υποδειγματικής ιστοριογραφικής γραφής.