Οι κόρες της Δήμητρας
Καλλιτέχνης: Gogh, Vincent Van
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-294-0
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/6/2027
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 130 σελ.
Περιγραφή

Οικείο και ανοίκειο. Συνειδητό και ασυνείδητο. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την υπαρξιακή φιλοσοφία, σε όλη την πορεία της ζωής του αναζητάει την ουσία τού είναι του και τον οικείο, γνωστό στο συνειδητό, χώρο όπου θα αισθανθεί ασφάλεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το ανοίκειο, το μύχιο, το άβολο, το αλλόκοτο.

Οι κόρες της Δήμητρας είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των απωθημένων ανοίκειων εικόνων του ασυνείδητου, οι οποίες, κάτω από κατάλληλες συνθήκες, αναδύονται στο συνειδητό και, γνώριμες πλέον, βιώνονται ως οικείες μέσω της μυθοπλαστικής αφήγησης, της αλληγορίας, του συμβολισμού.

Οι ήρωες στις ιστορίες του βιβλίου αναζητούν την παρουσία ή την απουσία του άλλου, στοχάζονται πάνω στη σχέση τού είναι και του συν-είναι, αναζητώντας τελικά την κάθαρση και την υπαρκτική ελευθερία τους.

Ο ΠΗΓΑΣΟΣ

Το όνομά μου είναι Πήγασος. Μέρες τώρα εκτίθεμαι στην πρωτοποριακή έκθεση της πόλης ως το καλύτερο εικαστικό έργο του γνωστού δημιουργού μου.

Τι περίεργοι, αλήθεια, που είναι οι άνθρωποι! Ακούω τους επαίνους των επισκεπτών αλλά και τις φλυαρίες άλλων οι οποίοι θαυμάζουν απλώς ένα ωραίο ζώο στο κάδρο. Όμως, αγνοούν οι τυφλοί τον ζωώδη εαυτό τους που καθρεφτίζεται στο υπέροχο, όπως λένε, βελούδινο βλέμμα μου.

Σήμερα εξαντλήθηκε η υπομονή μου. Ένας άνδρας αγωγιάτης σχολίασε την εικόνα μου περιπαιχτικά.

«Τι άχρηστο άλογο, δεν κάνει για δουλειά, είναι μόνο φιγούρα» σάρκασε. Θυμωμένος, μ’ ένα θεαματικό σάλτο βγήκα από το κάδρο, με το κεφάλι μου τρύπησα τον τοίχο της ανθρώπινης βλακείας και πέταξα ελεύθερος πέρα από την α-λογία τους.

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Στη γειτονιά των παιδιών, η παρέα με το όνομα «Άσπροι και μαύροι άγγελοι» παίζει το παιχνίδι του πολέμου. Δύο ομάδες εχθρικές, θανατηφόρα η αναπαράσταση του διχασμού. Σημαία νίκης η δύναμη, η λευκή ή η μαύρη κυριαρχία.

Είμαι ένας ουράνιος επισκέπτης, ένα παιδί-άγγελος. Πέταξα ανάμεσά τους με αποστολή να τους μονοιάσω, με το φως των ματιών μου τα σκοτάδια των εμπόλεμων να διαλύσω. Όμως απέτυχα. Οι μαύροι άγγελοι νίκησαν, με σκουριασμένο πιρούνι του σκουπιδότοπου έβγαλαν τα μάτια μου και σέρβιραν τους βολβούς μου στον αιμοδιψή αρχηγό τους για έπαθλο. Έσπασαν τα φτερά μου και αιμόφυρτο με πέταξαν στο λασπωμένο χώμα.

Δύο αγόρια πονούσαν μαζί μου. Γονάτισαν με αγάπη δίπλα στο πληγωμένο μου σώμα. Έδεσαν τα μάτια μου με το μαντίλι τους για να μην αιμορραγούν, και μ’ αυτοσχέδιο φορείο με μετέφεραν στον λειμώνα της χαμένης αθωότητας. Ελεγεία ακούστηκε μέσα από τα σύννεφα. Ήταν οι ουράνιοι άγγελοι που θρηνούσαν μαζί μας.

Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ

Είμαι ο νανο-ιπποπόταμος Πλουμπ. Άγνωστος σε ξένο, ανθρώπινο τόπο. Πυρακτωμένες βελόνες οι ακτίνες του ήλιου, το στεγνό μου δέρμα πληγώνουν και το βάφουν κόκκινο από τον πόνο. Είμαι φυλακισμένος στην πνιγηρή από ζέστη πόλη.

Μου λείπει ο νερόλακκος με τη δροσερή λάσπη στο δάσος, η πράσινη χλόη που με τρέφει, οι σκιερές, φιλόξενες φυλλωσιές κάτω από τις οποίες χαλαρώνω. Μου λείπουν οι δικοί μου κι οι φίλοι μου.

Αιχμάλωτος είμαι ενός σκληρού αγωγιάτη. Τα σιδερένια στόρια στις βιτρίνες της πόλης μού θυμίζουν το κλουβί της απαγωγής μου και κρύβουν καλά την υποκρισία της υποτιθέμενης προστασίας μου. Υπνωτισμένο μ’ έσυραν μακριά από την αγέλη μου και με πούλησαν στο σκλαβοπάζαρο.

Ο αφέντης μου, γυρολόγος πωλητής, μ’ έχει ζέψει σαν άλογο στην άμαξά του με γερά χαλινάρια. Αγόγγυστα τον ακολουθώ, αλλά έως πότε;

Περιμένω την ημέρα που με το κεφάλι μου σαν άλλον πολιορκητικό κριό θα τα σπάσω, κι αυτά σαν χωνεμένες κλωστές θα γίνουν σκόνη στον χρόνο.

ΤΟ ΡΟΖ ΦΟΡΕΜΑ

Ένα κορίτσι κάθεται στο φωτισμένο παράθυρο του σκοτεινού σπιτιού πάνω στον λόφο. Η νύχτα υποχωρεί σιγά σιγά. Χρόνια τώρα, κάθε ημέρα την ίδια ώρα, περιμένει την ανατολή του ήλιου, για να δώσει με το φως του ζωή στον ακίνητο κόσμο της.

Τελευταία παρατηρεί μια ανθρώπινη φιγούρα να τρέχει μέσα στη νύχτα στην πλαγιά του λόφου. Τριγυρνάει το σπίτι της, ίσως ψάχνει για πόρτες και ανοίγματα, χάνεται και ξαναεμφανίζεται καθώς η σκιά του παρακολουθεί επίμονα το παράθυρό της. Τι μπορεί να θέλει άραγε από εκείνη; Η καρδιά της κλοτσάει από περιέργεια και φόβο. Σήμερα είναι αποφασισμένη να μάθει τον σκοπό του. Δεν υπάρχει αδιέξοδο, εκτός από τον θάνατο, υποστηρίζει η μητέρα.

Σπρώχνει την τροχήλατη καρέκλα της στην αυλή και κατεβαίνει στο γρασίδι υποβοηθούμενη από τα χέρια της. Με μία ώθηση του κορμιού της, κατρακυλά στην πλαγιά, έτσι όπως παιδί έπαιζε την τσουλήθρα με το σκυλάκι της, πριν η αρρώστια παραλύσει τα πόδια της. Κλείνει τα μάτια και αφήνεται στη γλυκιά ανάμνηση του αθώου παιχνιδιού…

Όταν τ’ άνοιξε, είδε σκυμμένο έναν άγνωστο κουκουλοφόρο πάνω από το κεφάλι της. Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα θανάτου, και μαύρο φως έβγαινε από τις άδειες κόγχες των ματιών του. Δυνατή λάμψη σαν αστραπή διαπέρασε τα βλέμματά τους. Μια βίαιη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πυκνά σύννεφα, και ένας κεραυνός έσκασε στα πόδια τους.

Πόση ώρα έμεινε λιπόθυμη και παγωμένη, δεν κατάλαβε. Όταν συνήλθε από το σοκ, γύρισε να δει αν ο κεραυνός έκαψε το σπίτι της. Αυτό ήταν άθικτο και κανένα ίχνος του σκοτεινού άνδρα δεν είχε απομείνει στο γρασίδι.

Το κορίτσι είδε το μοναχικό σπίτι της στην κορυφή του λόφου να φωτίζεται ζωντανό από τον πρωινό ήλιο. Σύρθηκε στα τέσσερα για να το φτάσει. Γράπωνε με τα χέρια της το γρασίδι με νέα δύναμη ζωής, καθώς το φως χρωμάτιζε ροζ το λευκό της φόρεμα.


Add: 2026-01-08 10:54:12 - Upd: 2026-01-08 10:54:50