…Το νησί ξεκίνησε σιγά σιγά ν’ απομακρύνεται από τη στεριά διαγράφοντας απαλούς κύκλους πάνω στα νερά του Θερμαϊκού. Φορτωμένο σκιές και μνήμες και φαντάσματα που λαγοκοιμόνταν ανάμεσα στ’ αλμυρίκια. Ο ναύαρχος Βότσης στο τιμόνι προσπαθούσε να το ρεγουλάρει μην κολλήσει στ’ αβαθή της Παλιομάνας, ο Τσιτσάνης καθισμένος στην ψάθινη καρέκλα του έπαιζε στο μπουζούκι το «είσαι το καμάρι της καρδιάς μου, Θεσσαλονίκη όμορφη γλυκιά», ο Θόδωρος το χόρευε μερακλωμένα, χωρίς τις πατερίτσες, πατώντας γερά και με τα δυο του πόδια. Και η γριά, αχ η γριά Βιλίκα, μ’ ένα κλωνί βασιλικό στ’ αυτί, τον κοίταζε στα μάτια χαμογελώντας επιτέλους και κτυπώντας του παλαμάκια…
Είναι ένα έργο που συγκινεί γιατί είναι αληθινό. Είναι ένα έργο που τιμά τη «δική» μας πλευρά. Είναι ένα βιβλίο που μας καλεί να δούμε ξανά τον χώρο, την ιστορία και τους ανθρώπους με μια πιο προσεκτική ματιά. Και ίσως, τελικά, να μας υπενθυμίζει ότι οι πιο ουσιαστικές ιστορίες βρίσκονται εκεί όπου συχνά δεν κοιτάμε.
>>>