Κάποια νύχτα άκουσα έναν παράξενο συνεχή θόρυβο, κάτι σαν τρίξιμο μέσα από τον τοίχο. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να έχει μπει κάποιο ζώο, κουνάβι ίσως. Το επόμενο πρωινό έψαξα στο πάνω πάτωμα όλο το δυτικό τοίχο που είναι λαξεμένος μέσα στο βράχο, ερεύνησα εξονυχιστικά τις σχισμές της αμυγδαλόπετρας. Αργότερα κατέβηκα από την γκλαβανή στο κατώι κι έψαξα μέσα την εστία, μέχρι ψηλά στον κάπασο, κατόπιν βγήκα έξω στο αυλιδάκι και ψηλάφισα σχολαστικά τα κιούπια. Ξανά μέσα στο σπίτι και χτυπούσα τα ντουβάρια ένα προς ένα μήπως ακούσω ήχο υπόκωφο. Και πράγματι, κάποια στιγμή, ο ήχος σ’ ένα σημείο ακούστηκε διαφορετικός. Πήρα το σκεπάρνι και γκρέμισα το φαγωμένο σοβά. Από πίσω αποκαλύφθηκε μια βαθιά θυρίδα χτισμένη ως επάνω με πέτρες. Τις έβγαλα προσεκτικά μία μία και όταν σήκωνα τις τελευταίες ανακάλυψα από κάτω μια παλιά εφημερίδα. Φύσηξα και τίναξα τα χώματα... Ανάμεσά σε όλα αυτά και ένα κατασκονισμένο βιβλιόπουλο, ένα μάτσο χειρόγραφα τρυπημένα και δεμένα με σπάγκο. Τίναξα τη σκόνη που τα σκέπαζε, κάθισα κατάχαμα κι άρχισα να τα ξεφυλλίζω. Ένα τεφτέρι γραμμένο ολόκληρο με μολύβι, χωρίς στίξη και κεφαλαία, μόνο πεζά, από άνθρωπο που ήξερε στοιχειωδώς να γράφει. Τ’ όνομά του Γεώργιος Νέγρος, εποχή γύρω στα 1850. Το ξεφύλλιζα προσεκτικά, οι σελίδες του φαίνονταν πολύ ευαίσθητες και με την παραμικρή αδεξιότητα θρύβονταν. Το διάβασμα μού πήρε αρκετές ώρες και κατά τη διάρκειά του είχα μια αίσθηση του αλλόκοτου που απορρέει από τις ασυνέχειες χρόνου και χώρου των αφηγούμενων γεγονότων. Φευγαλέα μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη: «πάντα υπάρχει ένα χειρόγραφο…»