Και αυτοί - οι αλήτες του Πνεύματος - σπάσανε τα τζάμια των παραθύρων και ξεχύθηκαν αχαλίνωτα ορμώμενοι από τη βέβηλη ελευθερία των χωραφιών, εκεί όπου η γιορταστική φύση συνθέτει τραγούδια για τη ζωή, εκεί που τα χρυσαφένια σπαρτά λαμπιρίζουν, χορεύοντας στον άνεμο, με τον ήλιο να τα φιλάει. Αυτοί - οι ανατροπείς - από κείνη τη μέρα και ύστερα αυτοανακηρύχθηκαν ληστές. Συνεπαρμένοι από την ξελογιάστρα γοητεία της κατακτημένης ελευθερίας ήταν σχεδόν έτοιμοι να ξαπλώσουν κάτω για να ξεκουραστούν, όταν ο συμβολικός ψίθυρος που βγαίνει από τις πρασινίζουσες πηγές τους καλούσε ακόμα, πιο μακριά, πιο ψηλά».