Η θάλασσα είναι γυναίκα που σε διώχνει μακριά και σε γυρίζει πίσω. Είναι αυτό που λένε γυναίκα της οδύνης, φτιαγμένη για να μην ανήκει σε κανέναν. Η θάλασσα είναι λαχτάρα, χωρισμός και σμίξιμο. Θάλασσα είναι φυλακή και ελευθερία μαζί. Θάλασσα είναι αντάρα και γαλήνη. Γι’ αυτό τη νιώθεις μες στις φλέβες σου, το αίμα σου σ’ το κάνει αλμυρό. Την πονηριά της θάλασσας κανείς δεν τηνε φτάνει. Την έχω παραμονέψει μερόνυχτα αμέτρητα και ξέρω.
Τα φαντασιοκοπήματα του θείου Π. σε άλλους θα φανούν ανήκουστα και σε άλλους απίθανα. Κι όμως, όλα τους πηγάζουν από αλήθειες ακατέργαστες και εξομολογήσεις πονεμένες. Κάτι σαν ατελεύτητη συμφωνία της θάλασσας, με λόγια από τους ήχους των κυμάτων και του αέρα που τα ξεσηκώνει.
Στις θαλασσινές ιστορίες του ο Ιερώνυμος Λύκαρης, ορμώμενος από τον σύντομο ναυτικό βίο του, υποδύεται τον «γεμιτζή», που στη ναυτική αργκό έχει σημασία διττή: από τη μια είναι ο βετεράνος θαλασσόλυκος, ο θαλασσοδαρμένος, ο ριψοκίνδυνος θαλασσομάχος, και από την άλλη ο αθαλάσσωτος άνθρωπος, ο ασυνήθιστος στη θάλασσα, που στην περίπτωσή του, από ναυτίλος του γλυκού νερού, προτίμησε να καταφύγει στη σιγουριά της επινόησης και στις υπνοφαντασιές των θαλασσινών αναγνωσμάτων.

