Πλατεία Ναυαρίνου, Θεσσαλονίκη 2019
Τη βλέπω να κάθεται με μερικές φίλες της στο απέναντι παγκάκι από το δικό μας. Είναι απίστευτα όμορφη χωρίς να προσπαθεί. Τα μαλλιά της είναι μαύρα, είναι λεπτή, αλλά φαίνεται να έχει περισσότερες καμπύλες απ’ όσες θα περίμενε κανείς. Βλέπω ένα τατουάζ στην εξωτερική πλευρά του βραχίονά της, ένα πίρσινγκ στο κάτω χείλος, και φοράει ένα απλό, μακό, κίτρινο φόρεμα, που φτάνει λίγο κάτω από τα γόνατά της, αποκαλύπτοντας ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Είναι
σαν να βγήκε από τη δεκαετία του ’70 και να υιοθέτησε κάποια
σύγχρονα κομμάτια ρούχων και αξεσουάρ.
Καθώς την κοιτάζω, εντελώς χαμένος, την πιάνω να στρέφει την προσοχή της προς εμάς, με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω μου για μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια της φαίνεται να μισοκλείνουν για να εστιάσουν καλύτερα και, μετά από αυτήν τη σύντομη στιγμή, γέρνει προς μια φίλη της, που στέκεται στα δεξιά της, για να της ψιθυρίσει στο αυτί.
Δεν ξέρω το όνομά της, φαίνεται στην ηλικία μας... σκέφτομαι. Και σίγουρα τράβηξα την προσοχή της, για καλό ή για κακό... Διάολε, ελπίζω να μην έμοιαζα ηλίθιος. Οι φίλοι μου καταλαβαίνουν τη γλώσσα του σώματός μου.
«Ωραία!» είπε ο Μάρκος, αφού κοίταξε προς το μέρος τους και γύρισε ομαλά πίσω σ’ εμάς, πίνοντας μια γουλιά από την μπίρα που κρατούσε στο χέρι του. Ο Σωκράτης, που καθόταν δίπλα μου, δεν ήταν εντυπωσιασμένος και χαμογέλασε αδιάφορα. Ο τύπος του ήταν διαφο-
ρετικός. Του άρεσαν περισσότερο οι «γκοθούδες». «Λοιπόν, τέσσερις κι αυτές, τύπο δεν βλέπω στην παρέα,
και μας μετράνε εμφανώς». «Δεν ξέρω, έχω γυρισμένη πλάτη…»
«Μόλις βγήκαν από το κατάστημα που πήραμε τις μπίρες μας, πέρασαν ακριβώς από δίπλα μας και, αντί να κάτσουν στο άδειο παγκάκι, διάλεξαν αυτό απέναντι...»
Μια σύντομη σιωπή ακολούθησε, μαζί με μερικές τζούρες
από τον μπάφο που είχαμε ανάψει δύο λεπτά νωρίτερα, και το
τσιγάρο πέρασε στα χέρια μου.
«Ναι-Αλήθεια-Καλή παρατήρηση-Ωραίος!» είπαμε όλοι
μαζί και γελάσαμε. «Ή κοπέλα στη μέση είναι όμορφη...» παραδέχομαι και παίρνω μια τζούρα. «Και άρα αυτό σημαίνει;»
Γυρίζω προς τον Μάρκο με το πιο αδιάφορο ύφος που
μπορώ και λέω:
«Τη διεκδικώ ανοιχτά και ξεκάθαρα... Όχι ότι οι υπόλοιπες είναι άσχημες ή κάτι τέτοιο, θα άλλαζα ευχαρίστως κατεύθυνση αν, εν μέσω φλερτ, ανακαλύπταμε ότι ενδιαφέρεται για κάποιον άλλον, κι εμένα με γουστάρει μια από τις υπόλοιπες». Μα πώς τα λέω έτσι μες στη μαστούρα, απορίας άξιο! «Ε, ας τους κάνουμε ένα νόημα ή κάτι τέτοιο… Δεν πρόκειται να τις κατεβάσει γερανός στις πούτσες μας» πρότεινε ο Αλέξης. Μιλούσε πάντα χωρίς φίλτρο. «Έχω μια καλύτερη ιδέα…» σκέφτηκε ο Μάρκος καθώς του έδινα το τσιγάρο. «Έχε λίγο τον νου σου και πες μου όταν κάποια απ’ αυτές ή και όλες μάς κοιτάξουν».
Αλλάξαμε θέμα συζήτησης και, πριν περάσουν πέντε λεπτά, του δίνω το σήμα. Εκείνος γυρίζει, τις κοιτάει κατευθείαν, κι ενώ παγώνουν αμήχανα για λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, τους κάνει ένα νεύμα με το ποτήρι και τους δείχνει το τσιγάρο με τρόπο που λέει: Θέλετε; Γέλασαν για λίγα δευτερόλεπτα.
«Έλα μαζί μου, χρειάζομαι βοήθεια». «Φίλε, πραγματικά δεν ξέρω τι να πω...» «Άραξε, μιλάω εγώ... Απλώς ακολούθα και προσπάθησε να συμβαδίζεις».
Ο Μάρκος είναι αυτός που αποκαλούμε «ο παίκτης» της παρέας μας. Είναι ψηλός και, κατά κοινή ομολογία, πολύ πάνω από τον μέσο όρο εμφανισιακά. Ανοιχτόχρωμος, ξανθά μαλλιά, μπλε μάτια, φαρδιοί ώμοι, πολύ ομιλητικός… Μερικές φορές δυσκολεύομαι να καταλάβω τι τον ωθεί να κάνει παρέα μαζί μας. Θα μπορούσε να αράζει με τα κουλ παιδιά. Αλλά ο Μάρκος είναι για τη συντροφικότητα. Θα βουτούσε στα δύσκολα για οποιονδήποτε από μας, ανεξαρτήτως συνεπειών. Ή στάση
του, το στιλ του, ο τρόπος που κουβαλά ο τύπος τον εαυτό του, θα πω απλώς ότι έχει έναν τρόπο να παίρνει τον κόσμο με το μέρος του, ακόμα και να τον εμπιστεύονται. Τώρα, αυτό είναι μια ικανότητα στην οποία εγώ συγκεκριμένα είμαι εξαιρετικά κακός, κι είναι κι ένας από τους λόγους που εκείνος μετρά περισσότερες συντρόφους απ’ ό,τι όλοι μας μαζί. Εντάξει, πάμε. Μείνε ψύχραιμος, δεν χάνεις με τον Μάρκο.
Παίρνουμε τις μπίρες μας και περπατάμε προς την κατεύθυνσή τους, ενώ οι άλλοι δύο μένουν στο παγκάκι. Προσπαθούμε να φαινόμαστε όσο πιο χαλαροί και «badass» γίνεται καθώς πλησιάζουμε. Σε στιγμές σαν αυτή, μου αρέσει να φαντάζομαι τον εαυτό μου ως Τζέιμς Ντιν ή Μάρλον Μπράντο, ώστε η είσοδός μου να φαίνεται σίγουρη. Αν δεν μπορώ να το καταφέρω, το γυρίζω σε κάτι αστείο ή αμήχανο και προσπαθώ να είμαι όσο πιο ειλικρινής γίνεται.
«Καλησπέρα...» είπε ο Μάρκος, κάνοντας ένα νεύμα με στραβό χαμόγελο κι ένα ελαφρύ γελάκι.
«Γεια... Γεια σας» απάντησαν όλες μαζί.
«Μάρκος» είπε και έτεινε το δεξί του χέρι προς την κοπέλα
που στεκόταν μπροστά και αριστερά του.
«Έσθερ» είπε εκείνη, κι εγώ άρπαξα την ευκαιρία να δώσω το χέρι μου στην κοπέλα που μου είχε τραβήξει την προσοχή, καθισμένη ακριβώς δίπλα της.
«Γιάννης, χαίρω πολύ…»
«Ιώ. Δεν ανταποδίδω τη χαρά της γνωριμίας ακόμη, αλλά γεια!» είπε με παιχνιδιάρικο τόνο και μια δόση περιέργειας.
Τουλάχιστον δεν με απέρριψε με την πρώτη.
Έναν μήνα αργότερα, μετά από μερικά ραντεβού, ερωτευόμαστε και χανόμαστε στην ευτυχία. Είμαστε οι καλύτεροι φίλοι ο ένας για τον άλλον και έχουμε τους καλύτερους φίλους γύρω μας. Σε πικνίκ μαζί τους κοιταζόμαστε... και χαμογελάμε μεταξύ μας. Δεν ακολουθεί κάποια συζήτηση ή φιλί πάντα...απλώς κοιταζόμαστε στα μάτια και χαμογελάμε για ένα λεπτό.
«Φίλε, αυτή η κοπέλα σε αλλάζει» μου είπε ο Μάρκος μία
βδομάδα αργότερα.
«Ναι... ναι, όντως».
Παρακαλώ, συμπληρώστε το email σας και πατήστε αποστολή.