Ν. Φιλαδέλφεια, τα άγουρα χρόνια
Χρονικό της εφηβείας σε μια μικρασιατική συνοικία της Αθήνας
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-388-6
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 9/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/3/2028
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 184 σελ.
Περιγραφή
Ν. Φιλαδέλφεια, τα άγουρα χρόνια είναι ένα βιωματικό μυθιστόρημα γραμμένο με απλό τρόπο για να τέρψει και να αγγίξει μέσα από το συναίσθημα, το χιούμορ, αλλά και την κοινωνικοπολιτική προσέγγιση το αναγνωστικό κοινό. Αφηγείται την ιστορία μιας παρέας παιδιών και κατόπιν εφήβων στη Ν. Φιλαδέλφεια της δεκαετίας του ’60, πρώτα στο δημοτικό σχολείο και μετά, στο Γυμνάσιο. Παράλληλα, αφηγείται την πορεία της οικογένειας του κεντρικού νεαρού ήρωα, του μικρού Τόλη, ο οποίος περιδιαβαίνει την ταξική διαστρωμάτωση από τον μικροαστικό και μεσοαστικό περίγυρο έως τον εργατικό και λαϊκό. Τριγυρίζει επίσης ακούραστα στις γειτονιές της Ν. Φιλαδέλφειας, περπατώντας από τα δυτικά προάστια των Αγίων Αναργύρων και των Λιοσίων έως τα βόρεια προάστια.

Στο μεταξύ, έχει ενσκήψει, σαν μανιασμένη θύελλα, η δικτατορία των συνταγματαρχών που σαρώνει και αλλάζει τα πάντα. Βασικό καταφύγιο του Τόλη αποτελούν οι ατέρμονες σκανδαλιές, οι φάρσες, οι αταξίες, η ανυπακοή στα κελεύσματα της χούντας και των μεγάλων και οι ενστικτώδεις αντιδράσεις της παρέας στο σχολείο, καθώς και οι πολλά υποσχόμενοι, μυθικοί κινηματογράφοι της Πατησίων. Ο Τόλης επιθυμεί να φύγει, να ταξιδέψει μακριά και να εγκαταλείψει την ασφυκτική καταπίεση που τον πνίγει.

Ο Τόλης, φορώντας ένα σκούρο μπλε φούτερ και μπλουτζίν, βούλιαξε ακόμη βαθύτερα στο καφεκόκκινο κάθισμα της σκοτεινής αίθουσας του Αλφαβίλ, του κινηματογράφου τέχνης της οδού Μαυρομιχάλη στη Νεάπολη, δίπλα στα Εξάρχεια. Παρακολουθεί μια ταινία του Ταινιοράματος. Στα είκοσι μέτρα, στην πελώρια οθόνη, βλέπει από το παράθυρο του σπιτιού, το μωρό να γεννιέται, να προβάλλει ανάμεσα από τους μηρούς της γυναίκας. Η μητέρα, στον καταπράσινο αγρό, θηλάζει το μωρό της. Το παιδάκι ατενίζει τα φυλλώματα των δένδρων πάνω απ’το κεφάλι του. Η μητέρα επιστρέφει με το καρότσι στην πόλη.
Συναντούν έξω από ένα δημόσιο κτήριο τον πατέρα, έναν αυστηρό νέο άντρα. Στέκεται πάνω από το καρότσι παρατηρώντας το μωρό συνοφρυωμένος και σκέφτεται πως το αγοράκι γεννήθηκε για να πάρει τη θέση του στον κόσμο, για να κλέψει ό,τι του ανήκει, τη γυναίκα που αγαπά, που της έχει ήδη κλέψει την αγάπη... Τη νύχτα οι δυο γονείς αγκαλιάζονται.

Ο Τόλης παρακολουθεί με τεταμένη προσοχή τον Οιδίποδα Τύραννο του Παζολίνι, λουσμένο στα μπλε χρώματα. Το ζευγάρι φιλιέται. Το αγόρι, δυο-τριών ετών, κλαψουρίζει και φωνάζει τη μάνα του. Σηκώνεται από το κρεβατάκι του και την αναζητά στο σκοτάδι. Στο γαλάζιο φως ενός παραθύρου, πίσω από μια διαφανή κουρτίνα, βλέπει να διαγράφονται τα σώματα των γονιών του που ερωτοτροπούν σφιχταγκαλιασμένοι. Στον ουρανό σκάνε πυροτεχνήματα. Το παιδάκι κοιτάζει και κλαίει.

Ο Τόλης στριφογυρνά στο κάθισμά του συγκινημένος. Το βλέμμα του καθηλώνεται, βυθίζεται στην εικόνα και την αγκαλιάζει. Μετά το τέλος, όταν ανάβουν τα φώτα, αναλογίζεται πως η παιδική ηλικία του μοιάζει με του μωρού στην αρχή. Οι γονείς του, από ανασφάλεια για την υγεία του, τον κράτησαν στην κρεβατοκάμαρά τους μέχρι που γεννήθηκε ο
μικρός αδελφός του στα έξι του. Από το κρεβάτι του, μάλλον έβλεπε τους γονείς του να φλερτάρουν και να ερωτοτροπούν στο διπλό κρεβάτι τους. Έχει απωθήσει τις ερωτοτροπίες τους και δεν τις θυμάται, μόνο κάποιους βαθιούς αναστεναγμούς. Αργότερα, έπαθε φίμωση στο πουλί του και οι γιατροί, με επικεφαλής τον πατέρα του, αποφάσισαν πως έπρεπε να εγχειριστεί και να κάνει περιτομή, όπως και έγινε.

Αργότερα αρχίζει η δεύτερη ταινία του προγράμματος. Στην οθόνη εμφανίζονται οι δύο ήρωες. Η αισθησιακή, ώριμη και κυνική Πολωνή, κοντά στο φωτισμένο παράθυρο του διαμερίσματός της, επιδεικνύει τη γύμνια της στον μοναχικό, συναισθηματικό και άπειρο νεαρό που την παρατηρεί με το κιάλι του, ερωτευμένος κι ερεθισμένος. Στο πανί προβάλλεται η Μικρή ερωτική ιστορία· μια ιστορία πάθους, ηδονοβλεψίας, διάψευσης του τρυφερού ρομαντισμού και κατόπιν, δειλά εμφανιζόμενης αγάπης... Η ματιά του μαγνητισμένου Τόλη χάνεται, πλανημένη, στο βάθος των πλάνων. Όταν η προβολή τελειώνει, σηκώνεται μουδιασμένος αργά αργά, από την πολυθρόνα του.

Ο μικρούλης Τόλης ξύπνησε στο σκοτάδι, ανασηκώθηκε λίγο μέσα στο περιτριγυρισμένο από ξύλινα καγκελάκια κρεβάτι του και στηρίχθηκε στον αγκώνα του. Απέναντι, στο μεγάλο, διπλό κρεβάτι των γονιών του, έβλεπε αμυδρά φωτισμένη από το κόκκινο φωτάκι νυκτός, κάποια παράξενη, ανατριχιαστική κι εκφοβιστική κίνηση των σωμάτων τους. Ο μεγαλόσωμος πατέρας του, σκεπασμένος από την κουβέρτα, κινείτο μυστηριωδώς, με μια στοργική και ταυτόχρονα φρικώδη αιλουροειδή κίνηση πάνω στο αφράτο κορμί της μητέρας του που έδειχνε να τον αποδέχεται χωρίς να αντιστέκεται. Ο Τόλης απέμεινε να κοιτά ακίνητος και τρομαγμένος με δέος και αηδία, χωρίς να καταλαβαίνει. Αργά αργά η κίνηση του πατέρα του καταλάγιασε και όλα βυθίστηκαν στην παράξενη, επίφοβη σιωπή. Τα βλέφαρα του Τόλη βάρυναν, έγειρε κι αποκοιμήθηκε γρήγορα, κουρασμένος, στο κρεβατάκι του.

Πέρασαν αρκετά χρόνια. Κάποτε η κοιλιά της μητέρας του φούσκωσε. Μέσα βρισκόταν ο μπέμπης που θα έφερνε στον κόσμο. Η μαμά πήγε στο νοσοκομείο και ξαναεμφανίστηκε μαζί με τον μπέμπη, τον αδελφούλη του, ένα ροδοκόκκινο, όμορφο και μεγαλόσωμο μωρό. Ο πατέρας του ήταν ενθουσιασμένος. Δεν του πολυέδιναν πλέον σημασία, αυτός ήταν πια μεγάλος, έξι ετών. Γι’ αυτό έδωσε τη θέση στο κρεβατάκι του στον αδελφό του, για να τον προσέχουν οι γονείς τους μην πάθει τίποτα, έτσι μικρούλης κι ανυπεράσπιστος που ήταν.

Ο Τόλης μετακόμισε στο διπλανό δωμάτιο, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολύχρωμα παιχνίδια του. Είχε περισσότερη ησυχία και μπορούσε να παίζει πολλή ώρα μονάχος του. Έπαιζε πολλή ώρα με τα στρατιωτάκια του, ναυτάκια, αεροπόρους, αρχαίους Έλληνες, ινδιάνους, ιππότες, στρατιώτες του πεζικού, καουμπόηδες, λοκατζήδες κι Άγγλους στρατιώτες ντυμένους στα κόκκινα. Τους έβαζε να πηγαινοέρχονται στο μεγάλο, ξύλινο κάστρο με τις δυο κρεμαστές γέφυρες και να ζουν διάφορες μάχες και περίπλοκες ιστορίες. Παλιότερα έπαιζε κάτω από τα μάτια της μητέρας του που τώρα όμως έπρεπε να φροντίζει τον αδελφό του Λάκη.

Τα πρωινά του έβαζαν να ακούει στο ραδιόφωνο τα τρυφερά παραμύθια της θείας Λένας. Τα διηγιόταν με απαλή, γλυκιά φωνή που τον συνέπαιρνε. Τον χειμώνα, στο σπίτι, η θαλπωρή ήταν μεγάλη κοντά στη σόμπα πετρελαίου που ζέσταινε καλά όλη την οικογένεια. Έλεγε στη μητέρα του, που καθόταν παραδίπλα και έπλεκε, πως την αγαπάει.

Τον χειμώνα κρύωσε και αρρώστησε. Τον είχαν βάλει χαριστικά, λόγω της αρρώστιας του, να ξαπλώσει στο διπλό, μεγάλο κρεβάτι τους. Το σούρουπο είδε έναν επίφοβο εφιάλτη, έμοιαζε με παραίσθηση απ’ τον πυρετό. Ένας πελώριος μαύρος άντρας ήταν κρυμμένος πίσω από τις κουρτίνες του υπνοδωματίου και τον παρατηρούσε απειλητικά, με βλέμμα επίμονο. Ο Τόλης έβαλε τρομαγμένος τις φωνές! Η μητέρα του
έτρεξε αμέσως κοντά του, όλο στοργή. Θα έφταιγε ο υψηλός πυρετός της γρίπης, είπαν.

Αργότερα ανακάλυψε πόσο ωραία κι απολαυστικά ήταν τα παιχνίδια έξω από το σπίτι, την άνοιξη και το καλοκαίρι, στον ήσυχο, πράσινο κήπο τους όπου περιδιάβαινε παρατηρώντας τα φυτά, τα λουλούδια, την κληματαριά, τα οπωροφόρα δένδρα, τα πουλιά και τις γάτες. Τον κανελί γάτο που σουλάτσαρε ράθυμος δίπλα του, κάτω από την περικοκλάδα τους στην πέργκολα, τον ονόμασε Ατρόμητο. Φανταζόταν πως ήταν γενναίος, πως αντιμετώπιζε τους εχθρούς του άφοβα όπως ορισμένα στρατιωτάκια του, τα πιο αγαπημένα, οι αρχαίοι Έλληνες και οι καουμπόηδες. Όμως, ένα απόγευμα είδε με απέχθεια τον γάτο να τρέχει κρατώντας στο στόμα του ένα σπουργιτάκι· το είχε αρπάξει και σκοτώσει. Μετά από κάνα μήνα, ξέχασε το περιστατικό και συνέχισε να παρακολουθεί και να συμπαθεί τον Ατρόμητο.

Στον κήπο, η μητέρα του έφερνε μερικά συνομήλικα γειτονόπουλα, τον χοντρούλη κι αγαθό Βασίλη και τον μεγαλόσωμο Λεωνίδα. Αυτός ήταν καλό παιδί, μα ικανός κι όχι αγαθιάρης σαν τον Βασίλη. Έπαιζαν με τα αυτοκινητάκια τους στα πλακάκια, στο τσιμέντο και το χώμα, βάζοντας πάνω τους στρατιωτάκια σαν οδηγούς. Ήταν και οι τρεις ήσυχοι και δεν τσακώνονταν. Μα κι αν αυτό πήγαινε να συμβεί, η μητέρα του Τόλη, που τους έβλεπε, επενέβαινε γρήγορα.


Add: 2026-10-09 12:02:50 - Upd: 2026-10-12 10:26:58