Και τι διακυβεύεται όταν ανάμεσά τους παρεμβάλλεται η τεχνητή νοημοσύνη, ικανή να παράγει πειστικό νομικό λόγο χωρίς να κατέχει τη γνώση και τις πολιτισμικές παραδοχές που τον συγκροτούν;
Το βιβλίο προσεγγίζει τη μετάφραση και τη διερμηνεία στη δικαιοσύνη ως κρίσιμους μηχανισμούς διαπολιτισμικής επικοινωνίας και διαχείρισης εξειδικευμένης γνώσης. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η έννοια της αποτελεσματικής γλωσσικής συμμετοχής: η πρόσβαση στη δικαιοσύνη δεν εξασφαλίζεται με τη μηχανική μεταφορά λέξεων από τη μία γλώσσα στην άλλη, αλλά με την ουσιαστική κατανόηση της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο, της αφήγησης του αιτούντος άσυλο από την κρίνουσα αρχή, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων από τον διάδικο, καθώς και με την ικανότητα της πολιτείας να διασφαλίζει τους όρους της επικοινωνίας.
Με μια θεωρητική αρχιτεκτονική που συνδέει τη μεταφρασεολογία, τη διαπολιτισμική επικοινωνία και το δίκαιο, το βιβλίο προτείνει εργαλεία για την αξιολόγηση της μετάφρασης και της διερμηνείας στο πεδίο της δικαιοσύνης, εξετάζει τις προϋποθέσεις της ποιοτικής γλωσσικής διαμεσολάβησης και αναδεικνύει τα όρια της αυτόματης μετάφρασης και διερμηνείας στο πεδίο του δικαίου.
Σε μια εποχή που η τεχνητή παραγωγή λόγου δίνει συχνά την ψευδαίσθηση της επικοινωνίας, το βιβλίο αυτό υπενθυμίζει ότι η μετάφραση και η διερμηνεία είναι θεμελιώδεις όροι για τη συμμετοχή και τη δίκαιη διαδικασία.

