Πλοίο από πέτρα
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88677-2-7
Noėma, Αθήνα, 9/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Γερμανική
Ενιαία τιμή έως 28/3/2028
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 142 γρ., 120 σελ.
Περιγραφή
Ταξίδια που ανασύρουν στιγμές ευτυχίας και θαυμασμού. Τόποι όπου συμβαίνουν θαύματα και τα όνειρα αφήνουν το αποτύπωμά τους στη ζωή.

Με αφετηρία ένα παράξενο, εγκαταλελειμμένο πέτρινο ξενοδοχείο σε σχήμα πλοίου, ο Αυστριακός συγγραφέας Καρλ-Μάρκους Γκάους περιπλανιέται σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, ξεχασμένα νεκροταφεία, λαϊκά καφενεία και μας παρασέρνει σε μια μοναδική περιπλάνηση μακριά από τους τουριστικούς χάρτες και τις φωτισμένες βιτρίνες.

Διορατικός, εντοπίζει πάντα τις διασυνδέσεις στις πιο μικρές λεπτομέρειες, παρουσιάζοντας τη ζωή σαν μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Με γραφή γεμάτη λεπτό χιούμορ, αναπάντεχο αυτοσαρκασμό και μια γλυκιά, ανάλαφρη μελαγχολία, μετατρέπει το καθημερινό σε φιλοσοφικό στοχασμό και το ασήμαντο σε ποίηση.

Το Πλοίο από πέτρα είναι ένα ακαταμάχητο λογοτεχνικό μωσαϊκό για τη φθορά του χρόνου, τη δύναμη της μνήμης και την ομορφιά της ανθρώπινης ευθραυστότητας.

ΟΙ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΥΤΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ. Τις δύο πιο μεγάλες μύτες της ζωής μου τις είδα σε ένα βαγόνι της γραμμής 7 του προαστιακού σιδηροδρόμου του Βερολίνου. Η μία προεξείχε από ένα λεπτό και χλωμό πρόσωπο, γεμάτο κόκκινα σπυράκια, το οποίο ανήκε σε έναν αδύνατο δεκαεπτάχρονο, με σκούρα σγουρά μαλλιά και σχεδόν λαμπερά μαύρα μάτια. Η μύτη του ήταν μακριά, λεπτή και σουβλερή, και την κράδαινε σαν σπαθί στον κόσμο, σκίζοντας τον αέρα με κάθε κίνηση του κεφαλιού του. Απέναντί του καθόταν ένα παχουλό κορίτσι με μαλλιά βαμμένα κόκκινα με χένα, που έπλεε μες στη λάμψη τους. Το πρόσωπό της, στρογγυλό, κρεμόταν από μια φαρδιά, αλλά απόλυτα ομοιόμορφα σχηματισμένη μύτη, τόσο έντονα ανασηκωμένη, ώστε ακόμα και όταν κρατούσε το κεφάλι της ίσια, έβλεπε κανείς δύο ρουθούνια τεραστίων διαστάσεων. Αν δεν είχαν μάτια μόνο ο ένας για τον άλλον, θα είχαν προσέξει πόσο γοητευμένος ήμουν από το θέαμά τους. Χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον συνεχώς και χωρίς λόγια, όχι με τον υπεροπτικό τρόπο εκείνων που αρκούνται στην ειρωνική δυσαρέσκειά τους. Μάλλον με τον συνωμοτικό τρόπο που προσιδιάζει σε ανθρώπους οι οποίοι δεν γνωρίζονται πολύ καιρό, αλλά είναι ευτυχισμένοι που βρήκαν κάποιον με τον οποίο αισθάνονται απόλυτη αρμονία σχετικά με το πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο, έτσι ώστε να μη
χρειάζεται καν να μιλήσουν για όσα βλέπουν ή ακούνε, αφού τους αρκεί το χαμόγελο της αμοιβαίας κατανόησής τους. Αρχικά υπέθεσα ότι ίσως συνδέονταν μέσα από μια κοινότητα γενναίων ομοιοπαθούντων και χαμογελούσαν για να δώσουν κουράγιο ο ένας στον άλλον, σαν δύο μέλη μιας ομάδας αυτοβοήθειας που επέστρεφαν στο σπίτι μετά την εβδομαδιαία τους συνάντηση. Αλλά ήδη στον σταθμό Σαβινίπλατς, όταν μια θορυβώδης παρέα νεαρών εισέβαλε στο βαγόνι, μου φάνηκε ότι το χαμόγελό τους ήταν τελείως διαφορετικό: περήφανο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ίσως και λίγο υπεροπτικό. Γνώριζαν κάτι που οι άλλοι δεν υποψιάζονταν καν. Γνώριζαν ότι ήταν οι δύο ομορφότεροι άνθρωποι σε αυτόν τον προαστιακό, και ότι ήταν οι μύτες τους, αυτές οι προεξέχουσες «μυτόγκες», που τους έκαναν τόσο όμορφους. Ακλόνητοι σε αυτήν τη γνώση που μοιράζονταν, και στον θαυμασμό που ένιωθαν ο ένας για τον άλλον, λικνίζονταν μες στην ευτυχία, για την οποία δεν χρειάζονταν λόγια, παρά μόνο τα μάτια τους – και, κατά κάποιον τρόπο, τις μύτες τους.

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΦΡΑΪΜΠΟΥΡΓΚ. Την πρώτη νύχτα στο ξενοδοχείο Ράπεν του Φράιμπουργκ, ονειρεύτηκα ένα νεκροταφείο στον νότο, το οποίο απλωνόταν σε έναν βράχο, ψηλά πάνω από τη θάλασσα. Μες στη μεσημεριανή γαλήνη δεν ακουγόταν τίποτα άλλο εκτός από τον άνεμο, που έκανε τα κυπαρίσσια να τρέμουν, και την κραυγή ενός πουλιού που περιπλανιόταν πάνω από το παρεκκλήσι. Δεν ήξερα σε ποια χώρα βρισκόμουν, όμως το μέρος δεν μου ήταν εντελώς ξένο. Δίπλα στον τοίχο που δεν έφτανε το ύψος ενός ανθρώπου και ήταν φτιαγμένος από στρωμένες λευκές και λευκόστικτες πέτρες, πάνω από τον οποίο το βλέμμα έπεφτε μακριά στη θάλασσα με τα κυματιστά νερά της, ανακάλυψα έναν τάφο. Έίχε χαραγμένες τις ημερομηνίες της ζωής ενός άνδρα που είχε πεθάνει μεσήλικας, και υπήρχε μια φωτογραφία, μισοφαγωμένη από το αλάτι της θάλασσας και τον αέρα, που έδειχνε εμένα, που είχα ταφεί εδώ πριν από είκοσι επτά χρόνια. Στέκομαι μπροστά στον τάφο, βλέπω το πουλί που αφήνεται να πέσει με αυθάδεια από τα ύψη και τον άνεμο στα τρεμάμενα κλαδιά των δέντρων, νιώθω τη ζέστη στον παλλόμενο κρόταφό μου, κοιτάζω προς τη θάλασσα και είμαι τόσο συγκλονισμένος που ξυπνάω. Έξω έχει θόρυβο. Σηκώνομαι και κάνω λίγα βήματα μέχρι
το παράθυρο του δωματίου μου στο ξενοδοχείο, που βλέπει στην πλατεία του καθεδρικού ναού, ενώ η καμπάνα του αρχίζει να χτυπά πέντε και μισή. Δύο οχήματα καθαρισμού του δήμου διασχίζουν την πλατεία, ενώ τέσσερις άνδρες από τον νότο, με πορτοκαλί φόρμες, τους ακολουθούν και μαζεύουν με κοντάρια όσα σκουπίδια δεν μάζεψαν τα οχήματα με τις περιστρεφόμενες βούρτσες τους. Με ενθουσιασμό ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλον κι έχουν τόσο καλή διάθεση, λες και η δουλειά τους κατά της βρομιάς της πόλης είναι η πρωινή τους απόλαυση. Πίσω τους υψώνεται ο επιβλητικός καθεδρικός ναός, χτισμένος με πέτρες κόκκινες και χωμάτινες. Στις αντηρίδες του κυρίως ναού στέκονται γκροτέσκες μορφές, που τοποθετήθηκαν εκεί πριν από επτακόσια χρόνια για να τρομάζουν το κακό και να το κρατούν μακριά από τις γενιές των μαστόρων που ανέγειραν τον καθεδρικό ναό. Όλες οι μορφές έχουν τα πέτρινα στόματά τους ορθάνοιχτα – είναι τα γκαργκόιλ που θα έριχναν δηλητηριώδες νερό από τα σπλάχνα τους πάνω σε όποιον πλησίαζε την εκκλησία τους με κακόβουλη πρόθεση. Όταν τα συνεργεία καθαρισμού έχουν πια καθαρίσει την πλατεία της αγοράς, από τον δρόμο όπου εξαφανίστηκαν τα οχήματά τους, καταφθάνουν οι πρώτοι αγρότες, οι ψαράδες, οι αρτοποιοί, οι κρεοπώλες, οι ανθοπώλες, κατευθύνοντας τα καροτσάκια τους προς τις καθορισμένες τους θέσεις. Κι αυτοί συνομιλούν μεγαλόφωνα· σε μισή ώρα θα έχουν στήσει τους πάγκους τους με φρούτα και λαχανικά, θα έχουν γεμίσει τις τάβλες με τυριά, πέστροφες, βαζάκια με μαρμελάδες και πέστο, με μπαχαρικά και βότανα, με παιχνίδια και κάθε λογής ψιλολοΐδια, και θα έχουν ανάψει τις σχάρες στις καντίνες, όπου, μέχρι το μεσημέρι, θα σιγοψήνονται σε χαμηλή φωτιά τα λουκάνικα. Η αισιοδοξία που αναδύεται από την παλιά πλατεία της εργασίας με κατακλύζει και εμένα, οπότε ξαπλώνω ξανά με την πρόθεση να βρω τον δρόμο μου πίσω στο ίδιο όνειρο και να περπατήσω ξανά στο νεκροταφείο, για να αποχαιρετήσω τον τάφο μου, αυτόν που αφήνω πίσω σε εκείνο το μέρος.


Add: 2026-09-28 12:46:50 - Upd: 2026-09-28 16:00:08