Άθελά μου φύτρωσα εκεί που η τύχη μ' έσπειρε, όπως δεν άρμοζε, άνθισα, στη δίψα και στη γύμνια και στον ανθό μου πάνω μαρμάρωσε η ψυχή μου στ' όνειρο με τη "χτενισιά της θύελλας", με μια "γεύση τρικυμίας στα χείλη", "με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής"
Περιγραφή
Όχι, δεν είναι σωστό...
Άλλοι ανθίζουν στο νερό και πίνουν όσο θέλουν κι οι άτυχοι στο βράχο διψούν και περιμένουν, καθένας και μια ομορφιά κι ο θάνατος για όλους, άλλοι σαν το νερό που στέρεψε κι άλλοι από την προσμονή του. Έτσι, άθελά μου φύτρωσα εκεί που η τύχη μ' έσπειρε, όπως δεν άρμοζε, άνθισα, στη δίψα και στη γύμνια και στον ανθό μου πάνω μαρμάρωσε η ψυχή μου στ' όνειρο με τη "χτενισιά της θύελλας", με μια "γεύση τρικυμίας στα χείλη", "με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής". Η ζωή μου έφυγε, μαράθηκε, ξεράθηκε κι έγινε σκόνη μέσα από τις μυλόπετρες του θέλω και του πρέπει προσμένοντας τη λύτρωση του τέλους.