Τι δουλειά έχω εγώ ανάμεσα στους μαύρους που με προσπερνάνε δειλά δειλά και μόλις απομακρυνθούν φωνάζουν και γελάνε, γιατί με βρίσκουν περίεργο πλάσμα, αταίριαστο και παρείσακτο στον δικό τους κόσμο; Και πώς γίνεται να αδιαφορούν πλήρως για το δικό τους χάλι, γιατί έτσι βρίσκω εγώ το πλακουτσωτό τους πρόσωπο, τα διογκωμένα χείλη, τα σκισμένα ρούχα, τις λερές σαγιονάρες που σέρνουν με τα πόδια τους;
Υπάρχει μεγάλη απόσταση που μας χωρίζει στον τρόπο ζωής, στη νοοτροπία, στην αισθητική, στις αξίες. Αυτό είναι βέβαιο. Όμως αυτοί είναι στον τόπο τους, έτσι έμαθαν να ζουν κι έτσι θα συνεχίσουν. Αισθάνονται μια χαρά και με τον εαυτό τους και με τα ρούχα τους και με τα φαγητά τους.
Εγώ όμως τι θέλω στη ζούγκλα και στα μαρεκάζ του Καμερούν; Πώς βρέθηκα εδώ;

