Οδόντα αντί οδόντος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-384-8
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 28/1/2028
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 286 σελ.
Περιγραφή

Στη σύγχρονη Ελλάδα, ένας άγνωστος εκτελεί μεθοδικά διάσημα πρόσωπα που θεωρεί πως αποτελούν κακό παράδειγμα για την κοινωνία, εμπλέκοντας στην υπόθεση τον Γιώργο Γεραλή, έναν επιτυχημένο δημοσιογράφο και ιδιοκτήτη μέσων ενημέρωσης, με τον οποίο επικοινωνεί ανώνυμα, δίνοντάς του αποκλειστικές πληροφορίες για κάθε νέο φόνο. Οι φόνοι είναι άγριοι και ανάλογοι του «παραπτώματος» του κάθε θύματος και πολύ γρήγορα αρχίζουν να συνδέονται με την πολιτική, προκαλώντας έναν αδυσώπητο διχασμό στη χώρα. Ο Γεραλής, θεωρώντας πως έχει έρθει η στιγμή για πολιτικό και κοινωνικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών, επιλέγει να ενισχύσει αυτόν τον διχασμό, κατευθύνοντας το συγκρότημά του σε υποστηρικτική ή ουδέτερη στάση απέναντι στον δολοφόνο. Σύντομα, η σχέση του με τον αστυνόμο και παιδικό του φίλο, Παύλο Μπαρδή, ο οποίος έχει αναλάβει την εξιχνίαση της υπόθεσης, κλονίζεται και ο Γεραλής εγκλωβίζεται σε ένα αγωνιώδες κυνηγητό ανακάλυψης του δολοφόνου, στοχοποιημένος από την αστυνομία, τον ίδιο τον δολοφόνο και την αντίπαλη πολιτική παράταξη, σε μια Αθήνα που φλέγεται, στα όρια έναρξης ενός νέου, σύγχρονου εμφυλίου.

Ένα αστυνομικό θρίλερ με σαφείς πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.

Ηταν περασμένες εννιά το βράδυ και είχα μείνει μόνος στο γραφείο. Πριν από καμιά ώρα είχα σηκωθεί να διώξω την Έλλη, την καινούρια μου γραμματέα, που θες επειδή είχε δουλειά, θες από ψυχαναγκασμό, θες επειδή ήθελε να δείξει ζήλο, δεν έλεγε να φύγει με τίποτα πριν από μένα. Είχε αρχίσει να με αγχώνει αυτή της η συμπεριφορά, ήθελα να μένω λίγο μόνος μου στο γραφείο προς το τέλος της ημέρας, να μαζεύω τη σκέψη μου που λένε, ή να χαζεύω λίγο στο ίντερνετ με ανοιχτή την πόρτα του γραφείου και χωρίς ακουστικά στα αυτιά μου, κι αυτή εδώ μου στερούσε αυτή την αρμονία, ενώ παράλληλα η υποψία πως ίσως στο πολύ βάθος μου δεν ήμουν κάθετα αντίθετος στο να μένω μόνος μαζί της στον όροφο, με άγχωνε περαιτέρω, επειδή εγώ ήμουν μεσόκοπος και οικογενειάρχης και αυτή, νεαρή και μόνη.

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά στο γραφείο, ήθελα εδώ και ώρα να σηκωθώ να ανάψω το φως αλλά βαριόμουν, κι έτσι η οθόνη του laptop μου ήταν η μόνη πηγή φωτός στον χώρο, τόσο που είχε αρχίσει να με κουράζει στα μάτια. Έκανα λίγη υπομονή να διαβάσω μια τελευταία φορά το άρθρο μου, που θα δημοσιευόταν την επόμενη ημέρα· ποτέ δεν θα επέτρεπα την όποια κόπωση να με κάνει να ποστάρω κείμενό μου με λάθη, τουλάχιστον συντακτικά, γιατί από την ουσία του κειμένου μου δεν ήμουν ικανοποιημένος έτσι κι αλλιώς.

Μόλις διάβασα και την τελευταία γραμμή, έγειρα την οθόνη του laptop προς τα κάτω, τόσο ώστε να μη μ’ ενοχλεί το φως της, αλλά και να μη σβήσει και σκοτεινιάσω τελείως, γύρισα λίγο την πολυθρόνα μου αντίθετα προς το γραφείο, ξάπλωσα πίσω, στη βαθιά, μαλακή πλάτη της, και αφέθηκα για κάποιες στιγμές να κοιτάζω κάτω, τη νυχτωμένη Αθήνα, πίσω από τα φιμέ, τεράστια τζάμια του κτιρίου της εφημερίδας. Ήταν ένα ήσυχο φθινοπωρινό βράδυ, πολιτισμένο, όπως ήταν παραδόξως όλα τα βράδια το τελευταίο διάστημα, από τότε που λίγο ή πολύ είχε αναλάβει η νέα –κεντροαριστερών πεποιθήσεων– κυβέρνηση: ούτε πορείες την ημέρα ούτε επεισόδια τη νύχτα. Τα κεντροδεξιά χρόνια που είχαν προηγηθεί, από τη θέση αυτή στον έβδομο όροφο, σωστό bird’s eye, δεν μου είχε ξεφύγει μάχη για μάχη, μολότοφ για δακρυγόνο. Για αυτό ίσως και δεν ήμουν ικανοποιημένος τελευταία από τα κείμενά μου. Σα να μην μπορούσα να βρω τον στόχο, ή σα να ήταν πολύ θολός για να δοκιμάσω να τον πετύχω. Ίσως το πιο τίμιο θα ήταν να έκλεινα κάποια από τις εκδοτικές επιχειρήσεις μου, έστω το portal, μέχρι νεωτέρας.

Ο ήχος του εισερχόμενου email με έκανε να αφήσω την Αθήνα στην ύπνωσή της και να στραφώ μηχανικά και πάλι προς το laptop μου, περισσότερο για να αρχίσω τις διαδικασίες του συμμαζέματος – η ώρα είχε περάσει ενώ είχαμε κανονίσει να βγούμε και για φαγητό, ευτυχώς εκεί τριγύρω, κάπου στο Κολωνάκι. Παρότι η διεύθυνση του αποστολέα ήταν όχι μόνο άγνωστη, αλλά μάλλον και περίεργη, άνοιξα το email, περισσότερο μηχανικά και πάλι, καθώς ταυτόχρονα τύλιγα το καλώδιο του τροφοδοτικού, για να το βάλω στην τσάντα. Tο σώμα του email ήταν καυτό, έμοιαζε με βραδυφλεγή βόμβα ή, καλύτερα, με προκήρυξη.

Δεν ήταν μακροσκελές, τρεις τέσσερις παράγραφοι ήταν όλο κι όλο, γραμμένο σε εξαιρετικά ελληνικά και απευθυνόταν ξεκάθαρα σε μένα – «Γιώργο Γεραλή» ξεκινούσε και συνέχιζε εξηγώντας γιατί είχε διαλέξει εμένα για να στείλει αυτό το γράμμα. Δεν έδωσα σημασία σ’ αυτό το κομμάτι, ήμουν κουρασμένος και βιαζόμουν να δω ποια ήταν η ουσία, σχεδόν το προσπέρασα λοιπόν, πιο κάτω περιέγραφε αρκετά εύστοχα το απογοητευτικό, όπως έλεγε, τέλμα της κοινωνίας και, τέλος, εξαπέλυε ένα κοφτό και αυστηρό κατηγορώ σε όσους πρωτοστατούσαν και συνέβαλλαν καθοριστικά σε αυτή την κατάσταση, που δεν ήταν άλλοι από εκείνα τα δημόσια πρόσωπα που μπορούσαν να δώσουν το σωστό παράδειγμα και δεν το έδιναν, ενώ απεναντίας έδιναν το τελείως αντίθετο. Οι επιλογές είχαν ήδη γίνει, κατέληγε, και σύντομα θα ξεκινούσε η κάθαρση: ένας ένοχος τη φορά θα αναγκαζόταν να δώσει το καλό παράδειγμα, δίνοντας την ίδια του τη ζωή. «Θα σε κρατώ ενήμερο, δημοσιογράφε. Ένας φίλος» έκλεινε το γράμμα του. 

Δεν ήταν η πρώτη φορά που λάμβανα περίεργα emails ή επιστολές, μάλιστα με είχαν απειλήσει κάμποσες φορές κι εμένα τον ίδιο, κυρίως ακροαριστερές ή αναρχικές οργανώσεις, ωστόσο ποτέ δεν είχα ανησυχήσει. Με το που διάβαζες τα πρόχειρα, αφελή ή υβριστικά κείμενά τους, καταλάβαινες πως τέτοια άτομα δεν είχαν την ικανότητα να οργανώσουν τίποτα, πόσο μάλλον κάτι τόσο σημαντικό, όπως η προσχεδιασμένη σοβαρή βλάβη ενός ανθρώπου. Αυτό εδώ όμως το email σού άφηνε μια άλλη γεύση. Όποιος το ’χε γράψει φαινόταν συγκροτημένος, νηφάλιος και έβγαζε μια σιγουριά. Πριν προλάβω να κάνω άλλη σκέψη, ο ήχος του εισερχόμενου μηνύματος, αυτήν τη φορά του κινητού μου, με έθεσε ξανά σε εγρήγορση. Ασυναίσθητα, έριξα μια γρήγορη, ανήσυχη ματιά έξω από τα τζάμια, κάτω στον δρόμο, στα απέναντι κτίρια. Ύστερα, έπιασα το κινητό μου, το κοίταξα. «Μη με στήσεις πάλι» μου ’γραφε η Ελένη.

Έφτασα όντως καθυστερημένος. Το εστιατόριο –ένα αρκετά καλαίσθητο ιταλικό με έναν πολύ όμορφο κήπο– είχε ανοίξει μόλις πριν από κάνα δυο εβδομάδες, σε μια κάθετο της Πατριάρχου Ιωακείμ, κι έτσι ο εντοπισμός του και, κυρίως, η αναζήτηση πάρκινγκ, είχαν συμβάλει σημαντικά στην όλη καθυστέρηση. Ευτυχώς για την Ελένη, οι φίλοι μας, ο νιόπαντρος αστυνόμος Μπαρδής και η όμορφη νεαρή γυναίκα του Τζένη, είχαν έρθει στην ώρα τους. Μπήκα σβέλτα, έδωσα ένα πεταχτό φιλί στην Ελένη, χαιρέτησα διά χειραψίας τον αστυνόμο και διά χειροφιλήματος την Τζένη και ζήτησα ταχύτατα κατάλογο για να καλύψω τον χαμένο χρόνο.

«Σιγά, βιαστικέ…» με ειρωνεύτηκε χαμογελαστός ο Μπαρδής, σφίγγοντας ζεστά το χέρι της γυναίκας του.

«Σε παρακαλώ… Έχω υψηλή συναίσθηση ευθύνης, το ξέρεις καλά αυτό, και σαν άνθρωπος της τάξης που είσαι, ξέρω πως εκτιμάς κάτι τέτοια. Έχετε παραγγείλει εσείς;»

«Ασφαλώς, και αυτή είναι και η αιτία που δεν σε πήραμε απ’ τα μούτρα με το που ήρθες, καθυστερημένη μου αγάπη» σχολίασε η Ελένη αρκετά πετυχημένα, αναγκάζοντάς με να γελάσω.

«Αυτό το κέρδισες με την αξία σου, εύστροφή μου αγάπη» της είπα και της έδωσα άλλο ένα πεταχτό φιλί.

Διάλεξα τελικά ένα λιγκουίνι με περίεργη σάλτσα και αμέσως μετά σηκώσαμε τα ποτήρια και τσουγκρίσαμε με ένα κόκκινο ξηρό.

«Πώς πάνε τα μαθήματα, Τζένη, νοιάζονται οι νέοι μας για τη φιλολογία;» ρώτησα με ευγενικό ενδιαφέρον αμέσως μετά, ωστόσο αυτομάτως το μετάνιωσα, γιατί, μόλις το είπα, συνειδητοποίησα πως έπρεπε να ξεκινήσω προσπάθεια για να συγκρατήσω το βλέμμα μου από το να τη σκανάρει, μια που το λεπτό, αμάνικο, κοντό φόρεμα που φορούσε αυτήν τη ζεστή βραδιά του Σεπτέμβρη, έχοντας πέσει ταυτόχρονα πίσω στην καρέκλα της, σε κομψό σταυροπόδι, για να απολαύσει το κρασί της, δυσκόλευε πολύ την κατάσταση.


Add: 2026-08-07 11:47:19 - Upd: 2026-08-07 13:09:05