Βλέποντας εφιάλτες με τα μάτια ανοιχτά
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-387-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 28/1/2028
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 162 σελ.
Περιγραφή

Στις οκτώ ιστορίες της συλλογής, ο τρόμος δεν κρύβεται μόνο σε εγκαταλελειμμένα μεσαιωνικά κάστρα ή σε πλάσματα που παραμονεύουν στο σκοτάδι. Τον βρίσκουμε και σε σκιές του παρελθόντος, στο μίσος που γεννάει η επιθυμία για εκδίκηση, στη βουλιμία, στην υπεροψία, στην απάτη.

Από δύσβατα μονοπάτια μέσα στη ζούγκλα και απομακρυσμένα χωριά μέχρι εφιαλτικά τοπία όπου δεν ισχύει κανένας νόμος της φύσης, οι πρωταγωνιστές βρίσκονται αντιμέτωποι με το άγνωστο, το ανεξήγητο, το εφιαλτικό. Χωρίς όρια, αβρότητες, λόγια περιττά ή δεύτερες σκέψεις.

Κάθε ήρωας αφηγείται τις δικές του φρικαλεότητες μέχρι το πικρό, αναπόφευκτο τέλος. Επειδή οι εφιάλτες δεν σε περιμένουν πάντα τη νύχτα.

Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος, ένα από τα πιο καυτά ονόματα στον χώρο της μόδας, ξύπνησε στο ρετιρέ του στο Μανχάταν και είδε ότι το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του ήταν πρησμένο και μαύρο σαν πίσσα, με ένα γκρίζο βλαστάρι μύκητα να φυτρώνει κάτω από το νύχι του.

Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από το χάνγκοβερ. Ξαπλωμένος στον μεταξένιο καναπέ του, σκούπισε την ομίχλη του ύπνου από τα μάτια του. Αυτό εκεί το μολυσμένο δάχτυλο δεν μπορούσε να ήταν μέρος του σώματός του. Ήταν αδύνατο να ανήκε στον Έλληνα θεό με το σμιλεμένο πιγούνι, το πρόσωπο που σκάλισε η ίδια η Αφροδίτη, τον υπέρτατο μετρ της φωτογραφικής πόζας, τον καλλιτέχνη της σκιάς και του φωτός και του τρόπου που τόνιζαν το κορμί του μπροστά στην κάμερα. Όταν γεννήθηκε, είχε κερδίσει κάθε κλήρωση της γενετικής λοταρίας. Ακόμα και στο όνομά του, Θεόδωρος, που σήμαινε δώρο από τον Θεό.

Τσίμπησε το μολυσμένο του άκρο. Η ξηρή, μαύρη επικάλυψη ράγισε. Λευκόχρωμο πύο ξεχύθηκε από μέσα. Μια σταγόνα εκτινάχθηκε μέχρι τον μαρμαρένιο πάγκο της κουζίνας και προσγειώθηκε σε ένα κομμάτι μπαγιάτικο τοστ. Τόσο ταράχτηκε από το θέαμα, που άθελά του πίεσε την πληγή με αρκετή δύναμη ώστε το νύχι του να σκάσει στη μέση και να γλιστρήσει ελαφρά από τη θέση του. Θυμήθηκε τον θείο του, τον Μανώλη τον ψαρά, όταν άνοιγε στρείδια για να φτάσει στο θαλασσινό τους κρέας.

Ήταν έτοιμος να εξαπολύσει μια κραυγή τρόμου όταν άκουσε το τηλέφωνό του να χτυπάει. Έλεγε “ο Μιγκέλ σας καλεί”.

Ο Θέο ξεροκατάπιε, έπνιξε τον πανικό του, πήρε μια βαθιά ανάσα και απάντησε. Μια θηλυπρεπής, τσιριχτή φωνή ακούστηκε μέσα σε ένα υπόβαθρο ανήσυχης φλυαρίας.

«Θέο, αγάπη μου, φως των ματιών μου, φωτιά της καρδιάς μου, τι κάνεις και πού στον διάολο βρίσκεσαι; Μια ώρα σε περιμένει ο οδηγός της λιμουζίνας κάτω στη ρεσεψιόν! Ακόμα ντύνεσαι;»

«Ε, Μιγκέλ, δεν θα τα καταφέρω να έρθω σήμερα στη φωτογράφιση».

Για κάποιον λόγο τού ήρθε στον νου το λεκτικό παιχνίδι που παίζουν οι γονείς με τα δαχτυλάκια των παιδιών τους, εκεί, στην Αμερική. Πώς πήγαινε; Αυτό το γουρουνάκι έμεινε στο σπιτάκι του.

«Αγορίνα μου, μωρό μου, δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση! Συνέχεια με αφήνεις ξεκρέμαστο! Το ξέρω ότι σε αυτή την πόλη η πιο σέξι λέξη είναι το όχι, αλλά δεν μπορώ να καλύπτω το γλυκό σου κωλαράκι για πολύ καιρό ακόμη. Μας σκοτώνεις και τους δύο, αγάπη μου, και δεν είσαι ο Λάζαρος και εγώ δεν είμαι ο Ιησούς της Ναζαρέτ, με νιώθεις;»

Ο Θέο αποβλακώθηκε κοιτάζοντας το μαύρο του δάχτυλο.

Εκείνη τη μέρα είχε φωτογράφιση για τους Καχούνα Μπρος και τις καινούργιες σαγιονάρες πολυτελείας τους. 

«Το ξέρω Μιγκέλ, αλλά σήμερα δεν θα τη βγάλω με τίποτα». 

Ο θόρυβος στο φόντο της κλήσης χάθηκε. Η φωνή του Μιγκέλ μαλάκωσε. Προφανώς, είχε πάει κάπου πιο πριβέ.

«Πες μου τι συμβαίνει, αγοράκι μου. Το ξέρεις πως μπορείς να μου πεις τα πάντα, έτσι; Σ’ έχει πιάσει η κατάθλιψη πάλι; Άκου, γιατί δεν έρχεσαι να τα πούμε από κοντά; Έχεις φάει τίποτα; Εδώ έχουμε κράκερ με χαβιάρι, σολομό σασίμι και καναπεδάκια με τρούφα, και η Κόρτνεϊ έφερε έναν παίδαρο μπάρμαν που φτιάχνει απίστευτες μιμόζες, και ξέρεις τι, δεν γαμιέται λέω ’γω, θα σε αφήσω να κάνεις δυο τρεις γραμμές από το μαγικό αλεύρι που φυλάω στην τσέπη μου. Τι λες;»

Καθώς ο ατζέντης του φλυαρούσε, ένα δεύτερο μανιτάρι ξεδιπλώθηκε από το δάχτυλο του Θέο.

«Συγγνώμη Μιγκέλ, δεν μπορώ».

«Θέο, με κάνεις να φαίνομαι πιο γελοίος και από έναν υπέρβαρο χωριάτη που καβαλάει μηχανάκι στην εθνική οδό! Τελείωνε και έλα στο σετ!»

Του έκλεισε το τηλέφωνο. Άφησε την καταπιεσμένη του κραυγή ελεύθερη. Για πρώτη φορά από τότε που τον ανακάλυψε το πρακτορείο μοντέλων και τον διέσωσε από το φτωχικό διαμέρισμα της μαμάς του στην Αθήνα, κοίταξε στον ολόσωμο καθρέφτη του, όχι απλά για να θαυμάσει την όψη του, αλλά για να δει πραγματικά ποιος ήταν: μια ζωντανή κούκλα από σάρκα και οστά, χωρίς δική της προσωπικότητα, εκτός από μια συλλογή από ψεύτικα προσωπεία που είχαν σκαλίσει τα ίδια χέρια που του έδωσαν τα συμβόλαια, τη φήμη, τα λεφτά και το ρετιρέ στον ουρανοξύστη στη μέση του Μανχάταν. Ο Θέο τα είχε όλα.

Τώρα, όμως, κόντευε να τα χάσει. Γιατί αυτή η μαύρη πίσσα είχε εξαπλωθεί μέχρι τον αστράγαλό του, αγκαλιάζοντάς τον σαν κουβέρτα από καλλιέργεια βακτηρίων. Αν συνέχιζε να επεκτείνεται με τέτοιο ραγδαίο ρυθμό, ήταν ζήτημα χρόνου μέχρι να καταλάβει όλο του το κορμί. 

Αυτό το γουρουνάκι άρχισε να πανικοβάλλεται.

Κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος θα καλούσε ασθενοφόρο, αλλά, ως ένας νευρωτικός, άβγαλτος ακόμα απ’ τη ζωή εικοσάχρονος που δεν είχε να προσφέρει κάτι στον κόσμο εκτός από την ομολογουμένως εξαίσια εμφάνισή του, ο Θέο ήθελε να κρατήσει τη μόλυνσή του μυστικό. Πάση θυσία.

Πήρε τη μάνα του τηλέφωνο∙ κάποιο γιατροσόφι θα ήξερε. Δεν απαντούσε. Μάλλον θα κοιμόταν. Σκέφτηκε να βγει έξω ινκόγκνιτο, αλλά οι άνθρωποι στον δρόμο θα διασταύρωναν το πρόσωπό του με εκείνο που στόλιζε τις περισσότερες από τις γιγαντοοθόνες της Νέας Υόρκης. Δεν θα διακινδύνευε μια δημόσια κρίση πανικού μες στη μέση της πόλης. Και δεν μπορούσε να πει στον σοφέρ να τον πάει σε μια κλινική, γιατί έτσι θα το μάθαινε και ο Μιγκέλ και όλοι οι άλλοι, και τότε θα ακύρωναν όλες τις μελλοντικές φωτογραφίσεις του για λόγους υγιεινής και ασφάλειας, και σίγουρα κάποιος θα διέρρεε τα νέα στα ταμπλόιντ με μια δυο αποκρουστικές εικόνες, και τότε ίσως το πρακτορείο έσπαγε και το συμβόλαιό του και τον έστελνε πίσω στην Αθήνα να ζήσει με τη νευρωτική του μητέρα, σαν δύο σαρδέλες σε μια κονσέρβα.

Ο Θέο πήρε το λάπτοπ του και άνοιξε μια μηχανή αναζήτησης δίπλα από μια καρτέλα με γκέι πορνό. Αναζήτησε πληροφορίες για μύκητες ποδιών. Οι εικόνες που προέκυψαν, αν και αηδιαστικές, δεν συγκρίνονταν με την ξηρή και συνάμα κολλώδη φρίκη που τον είχε προσβάλει. Κοίταξε κάτω. Παρακολούθησε τα υπόλοιπα νύχια του να βυθίζονται σαν πλοία σε έναν αφρώδες, μελανό βούρκο. Του ήρθε μια περίεργη σκέψη, ότι το πόδι δεν ήταν πια δικό του αλλά ανήκε στην αποικία βακτηρίων που το είχε διεκδικήσει. Μετά από μια βαθιά ανάσα, πρόσθεσε “θεραπεία” στο διαδίκτυο. Έκανε κλικ στον πρώτο σύνδεσμο. Τοπικές αλοιφές, κρέμες, αντιμυκητιακά χάπια… Απελπισμένος, πρόσθεσε “σπιτική γιατρειά” και πάτησε εύρεση.

Μαγειρική σόδα.

Ο Θέο έτρεξε κουτσαίνοντας στην κουζίνα. Κάποια από τις πρώην του, που της άρεσε να φουρνίζει γλυκά, είχε αφήσει μια συλλογή από συστατικά μες στα ντουλάπια του. Βρήκε το μπουκαλάκι που έψαχνε. Έριξε απότομα την άσπρη σκόνη κατευθείαν στο πόδι του. Ο μελανός μύκητας άφρισε σαν νυχτερινά θαλάσσια κύματα που σφυροκοπούν σε μια βραχώδη πλαγιά. Μυριάδες μικροσκοπικές φυσαλίδες σχηματίστηκαν και έσκασαν σε μια στιγμή. Δεν ένιωσε πόνο. Χαμογέλασε. Είχε βρει τη θεραπεία. Όλα θα ήταν εντάξει. Κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα.

Τότε, κάποιος του χτύπησε το κουδούνι.


Add: 2026-08-06 14:28:13 - Upd: 2026-08-07 08:33:25