O Ασφοδελώνας
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-380-0
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 31/1/2028
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 60 σελ.
Περιγραφή

Κι άρχισα να ουρλιάζω: «Είμαι ελεύθερος»
μα στ’ ορκίζομαι, οι ελεύθεροι
δεν χαίρονται,
κλαίνε και τρέχουν προς το δάσος ξαφνικά
όπου ένα δένδρο τους κρατάει συντροφιά,
κι όταν λυπούνται αυτό τους παίρνει αγκαλιά
και σαν στηθόξυλο τα στήθια τους προσέχει.

Eνώ σαν όραμα που βγαίνει απ’ το λαρύγγι μου
σαν πεταλούδα με παρέσυρε το κύμα του
το κύμα του νησιού όπου ξεκίνησαν τα πάντα.

Στις φλέβες του εξατμίστηκα
και έμαθα (στην άκρη της φωτιάς)
τον δρόμο εκείνον τον κρυφό
που σαν τυφλό
με είχε δέσει στην καρδιά του.

Και το τραγούδι ξεκινά
σ’ ανεμοστρόβιλους που πήραν τα πανιά,
σαν τα μαβιά τα σύννεφα
στον σβέρκο μας ξανά ξεροκοιμούνται.

ΤΑΞΊΔΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΆΛΛΟ

I

Εν Πυρετώ:
Δυο μέλισσες, βουίζοντας, κοντεύουν του τυμπάνου,
δυο θάλασσες, παρόμοιες, λυγίζουν τους αφρούς
κι αρπάζοντας τη μνήμη μου
οδεύω στους αγρούς.

Θηρία στροβιλίζουν στους νευρώνες,
τα μόρια ανατινάζονται, τυφώνες,
μικρή ελπίδα μουρμουρίζει στα αυτιά μου,
πως ύπνος ήρεμος θα λήξει τους αγώνες.

Μετατοπίζονται και πάλι τα γρανάζια,
μια όαση αναβλύζει απ’ τα γαλάζια,
μα οι ιστορίες δεν θα βγάζουν πάντα νόημα,
κι, όταν τις ψάχνω πιο βαθιά,
μου κάνουν νάζια.

II

Τρεις σκέψεις μακριά:

Καθώς τα αισθήματα βυθίζονταν,
τα αστέρια προορίζονταν
να πέσουνε πιο πέρα απ’ τον ορίζοντα.

Και σφίγγω στην αγκάλη μου
ξεφεύγω από το χάλι μου
σαν τραγουδώ μιαν ικεσία
την πιο μεγάλη μου.

Μα φάνηκε το βάθος της
συμπάσχω με το πάθος της
της τρύπας μιας ιδέας
της πιο άγνωστης.

Σαν βλέπω μες στα μάτια σου, τραβιέμαι προς τα πίσω,
φοβάμαι πως, αν βυθιστώ, δεν θα ξαναγαπήσω.

III

Μια ταλάντωση:

Άκουσα φήμες για ένα βήμα παρά πέρα
πως ταξιδεύουνε μονάχα για μια μέρα
και καταφέρνουν διαμέσω του αιθέρα
να αποφεύγουνε τη λόγχη και τη σφαίρα.

Όποιος εδώ φθάσει, δίχως όνομα μένει
και, καθώς την αλήθεια να βρει αναμένει
σπίθα βλέπει μικρή, σαν κερί αναμμένη
και την άσφαλτο κάτω απ’ το πέπλο θαμμένη.

Ετούτη η άμμος δεν θυμάται τα βήματα
των πουλιών δεν ακούγονται πια τα κρωξίματα
και, ενώ στο χαρτί εμφανίζονται σχήματα
κάποιος πίσω της κρύβεται
και υφαίνει τα νοήματα.

*

ΚΡΥΦΌΣ ΚΑΝΌΝΑΣ
Ήλεκτρον ακτινοβολούν οι αδένες
κόρες στα δάκρυα ριγμένες
προσευχές παρατεταμένες
καδραρισμένες.

Σαν φλέγων κόλπος ο ελαιώνας
χελιδονίζει ο χειμώνας
κρυφός κανόνας
κυκεώνας.

Πάντα μικρός θα ’ναι ο στίχος
στριφογυρίζει ένας ήχος
με τρώει το ψύχος
δίχως.

*

ΌΤΑΝ ΚΟΙΜΆΤΑΙ Η ΝΕΚΡΌΠΟΛΙΣ

Το χερουβείμ πετάει τον αητό του,
κει σ’ ένα πράσινο χωριό,
πιο πέρα απ’ το Βαρώσι.

Θρόνος ατάραχος βιδώνει καταγής
και γύρω τα πολυόμματα
λαλούν: «Ποιος θα μας σώσει».

Μαύρη αυγή υποκλίνεται
στης θάλασσας την άκρη,
που μπορεί να μας ενώσει.

Γέρος σιγά παραμιλάει,
μην τον ταρακουνάς,
δεν πρέπει να θυμώσει.

Είναι το δένδρο της μηλιάς,
που στην πηγή θα μεγαλώσει.

Κι όταν κοιμάται η Νεκρόπολις,
ανοίγεται μια πόρτα,
προς τα μέσα θα κλειδώσει.

Τα σκούρα ρόδα της αυγής
δεν επιτρέπουν να νυχτώσει.

Μια κρύα κι άσεμνη κραυγή
μέσα στα σπίτια αντηχεί
κι αυτήν τη δεύτερη φορά
την προσευχή της θα μας δώσει.


Add: 2026-08-04 15:24:34 - Upd: 2026-08-04 15:27:03