Κι άρχισα να ουρλιάζω: «Είμαι ελεύθερος»
μα στ’ ορκίζομαι, οι ελεύθεροι
δεν χαίρονται,
κλαίνε και τρέχουν προς το δάσος ξαφνικά
όπου ένα δένδρο τους κρατάει συντροφιά,
κι όταν λυπούνται αυτό τους παίρνει αγκαλιά
και σαν στηθόξυλο τα στήθια τους προσέχει.
Eνώ σαν όραμα που βγαίνει απ’ το λαρύγγι μου
σαν πεταλούδα με παρέσυρε το κύμα του
το κύμα του νησιού όπου ξεκίνησαν τα πάντα.
Στις φλέβες του εξατμίστηκα
και έμαθα (στην άκρη της φωτιάς)
τον δρόμο εκείνον τον κρυφό
που σαν τυφλό
με είχε δέσει στην καρδιά του.
Και το τραγούδι ξεκινά
σ’ ανεμοστρόβιλους που πήραν τα πανιά,
σαν τα μαβιά τα σύννεφα
στον σβέρκο μας ξανά ξεροκοιμούνται.


