Το μονοπάτι της μοίρας
Κανείς δεν ξεφεύγει
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-385-5
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 31/1/2028
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 92 σελ.
Περιγραφή

Εν μέσω πολέμου, ο Αριστείδης, η Αρετή και τα τέσσερα παιδιά τους πασχίζουν να επιβιώσουν. Κάποια στιγμή καταφέρνουν να φτιάξουν ξανά τα πάντα, από το μηδέν. Ο χρόνος κυλά και τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλύτερα· οι δυσκολίες ξεχνιούνται. Η Χρυσή, το τρίτο παιδί, ανοίγει το δικό της σπιτικό με τον Κωνσταντή. Ο καθημερινός αγώνας τούς δένει ακόμα περισσότερο. Όμως, ένα απρόσμενο γεγονός έρχεται να ταράξει τη ζωή τους συθέμελα, αναγκάζοντάς τους να αλλάξουν και να μάθουν να ζουν με αυτό.

Μπορεί άραγε μια οικογένεια να παραμείνει αλώβητη στα χτυπήματα της μοίρας;

Γερμανοί… Γερμανοί, τρέξτε. Τρέξτε να σωθείτε». Όλοι περίμεναν τους Γερμανούς, αλλά έλπιζαν ότι δεν θα έφταναν στα χωριά, ότι οι άντρες τους θα τους σταματούσαν στα βουνά. Τώρα ήταν αργά, ήταν ήδη εκεί, τι θα έκαναν; Έπρεπε να σωθούν, να γλιτώσουν. Φωνές παντού, πανικός, πυροβολισμοί, φόβος. Σιωπή…

Η Αρετή έκρυψε μέσα σε μία μαξιλαροθήκη λίγο ψωμί, μερικά καρύδια και ελάχιστα κάστανα που είχε μαζέψει χθες το απόγευμα. Ξαφνικά, ακούστηκε φασαρία από έξω, κάποιος ήταν στην πόρτα. Τι να έκανε; Έπρεπε να προστατέψει τα παιδιά της. Τα έκλεισε στο μέσα δωμάτιο και πριν προλάβει να φτάσει στο κουζινάκι η πόρτα άνοιξε. Ένας άντρας ψηλός και πολύ αδύνατος ήταν μέσα στο σπίτι της, δεν μιλούσε ελληνικά, φώναζε. Κρατούσε όπλο, η Αρετή δεν ήξερε τι ήθελε, ήταν πανικοβλημένη. Ο άντρας τής έκανε νόημα ότι ήθελε φαγητό, την απείλησε. Εκείνη αμέσως έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και το έδωσε στον άγνωστο άντρα. Αυτός επέμεινε. Δεν του έδωσε τίποτα αποφασισμένη. Αρνήθηκε. «Δεν έχω άλλο φαγητό» του φώναζε ξανά και ξανά. Την πλησίασε και την έσπρωξε δυνατά. Έψαξε στο κουζινάκι, δεν βρήκε τίποτα κι έφυγε. Η Αρετή έτρεξε να κλείσει και να μανταλώσει την πόρτα, και πήγε στα παιδιά της. Τα πήρε αγκαλιά και αφού ηρέμησαν λίγο τα πράγματα ξάπλωσαν να κοιμηθούν.

«Ποιος ήταν αυτός, μαμά;» ρώτησε η μικρή Χρυσή.

«Ένας κύριος που πεινούσε πολύ. Μην ασχολείσαι τώρα, έφυγε» είπε αυστηρά και έσβησε τη λάμπα.

Την επόμενη μέρα με το που χάραξε ο ήλιος, η Αρετή ετοίμασε μερικά ρούχα για τα παιδιά της και πήρε τον δρόμο της φυγής για να σώσει την οικογένειά της. Καθώς έβγαινε από το σπίτι, είδε κάποιον να κατηφορίζει. Πριν προλάβει να αντιδράσει ακούστηκαν φωνές.

«Μπαμπά, μπαμπά» τα παιδιά έτρεξαν κατά πάνω του.

«Για πού το βάλαμε;» ρώτησε ο Αριστείδης περιπαικτικά.

«Η μαμά είπε ότι θα πάμε μια μεγάλη βόλτα. Θα έρθεις μαζί μας;» ρώτησε η Χρυσή.

«Φυσικά και θα έρθω» της απάντησε. «Βασιλάκη, πού είναι το κουνελάκι σου;»

Το παιδί έτρεξε πίσω στο σπίτι και πήρε το παιχνίδι που είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι. «Να το, μπαμπά» φώναξε με την πιο αθώα και παιδική φωνή, και έτρεξε προς τον Αριστείδη.

Εκείνος τον πήρε αγκαλιά και πήγε προς τη γυναίκα του.

«Σας πειράξανε;» είπε με τρομερή ανησυχία, χαϊδεύοντας την Πελαγία.

«Όχι. Ένας μόνο μπήκε στο σπίτι χθες, μου ζήτησε φαγητό και αφού πήρε ό,τι βρήκε, έφυγε. Άργησα λίγο, μάλλον έπρεπε να φύγουμε από χθες. Πολύ γρήγορα φτάσανε, δεν τους περιμέναμε».

«Δεν πειράζει, σημασία έχει ότι είστε όλοι καλά. Ναι, έρχονται και από τα διπλανά χωριά τώρα. Έχουν όπλα, αλλά δεν έχουν αρκετές σφαίρες. Έρχονται όμως κι άλλοι, γι’ αυτό γύρισα, να προλάβω να σας ειδοποιήσω. Πάμε λοιπόν!» αναφώνησε πιο πολύ για να το ακούσει ο ίδιος. Το πού θα πήγαιναν κανείς δεν το ήξερε. Το μόνο που είχε σημασία ήταν να γλιτώσουν. Πήγε μεσημέρι όταν έφτασαν πλέον στην αρχή του δάσους.

Κάθισαν κάτω από μία σκιά και η Αρετή έδωσε σε όλους από ένα κομμάτι ψωμί, όταν τα παιδιά άρχισαν να γκρινιάζουν.

«Τρώτε γρήγορα. Είναι ώρα να προχωρήσουμε» είπε. «Δεν θέλουμε να μας προφτάσουν».

Ο Αριστείδης σηκώθηκε πρώτος, πήρε τα παιδιά από το χέρι και ξεκίνησαν. Όσο ανέβαιναν το βουνό έβλεπαν ότι υπήρχε όλο και περισσότερος κόσμος εκεί. Άλλοι με παιδιά, άλλοι χωρίς, όλοι έψαχναν να κρυφτούν από τους Γερμανούς. Ο Αριστείδης βρήκε ένα μικρό άνοιγμα που έμοιαζε με σπηλιά αλλά δεν ήταν. Δεν πειράζει, σκέφτηκε, καλό είναι για τη νύχτα. Με τόσο πυκνή βλάστηση που έχει, δεν θα φαίνεται τίποτα. Αφού άφησε την Αρετή και τα παιδιά τους εκεί, είπε «Θα επιστρέψω το πρωί, κρυφτείτε και προσπαθήστε να ξεκουραστείτε».

«Πού πάει ο μπαμπάς, μαμά;» ρώτησε η Άννα, πριν προλάβει η Χρυσή.

«Θα ξαναέρθει, σώπα, θα ξαναέρθει. Έλα να κοιμηθούμε τώρα, γιατί αύριο θα συνεχίσουμε τη βόλτα μας».

«Εγώ δεν θέλω» είπε ο Βασιλάκης. «Θέλω να πάω σπίτι».

«Δεν γίνεται τώρα. Είναι νύχτα και δεν θα βλέπουμε. Θα δούμε πού θα πάμε αύριο».

Η Αρετή τράβηξε τα παιδιά πιο κοντά της και προσπάθησε να κοιμηθεί. Πρέπει να κοιμηθούμε, έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της. Έκλεισε τα μάτια της για λίγο και αποκοιμήθηκε. Ξαφνικά τα άνοιξε, υπήρχε φως, δεν είναι δυνατόν τόσο φως μέσα στη νύχτα. Πόσο είχε κοιμηθεί; Έτριψε τα μάτια της για να δει πιο καθαρά. Ήταν το χωριό. Το χωριό της που τυλιγόταν στις φλόγες. «Δεν μπορεί» ψιθύρισε. «Δεν είναι δυνατόν». Δεν το χωρούσε ο νους της. Αυτό σήμαινε ότι οι Γερμανοί ήταν κοντά. Κάτι έπρεπε να κάνει, δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Ήταν νύχτα, πού θα πήγαινε; Θα περίμενε να ξημερώσει για να μπορεί να βλέπει καλύτερα. Μα πού πήγε ο Αριστείδης. Θα τον ξανάβλεπε ή ήταν μόνη της πια; Βυθίστηκε στις σκέψεις της κοιτάζοντας το χωριό της να καίγεται, χωρίς να κουνηθεί για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά.

Όταν άρχισε να ξημερώνει, η φωτιά πια δεν υπήρχε. Ούτε το χωριό. Η Αρετή ένιωσε πόνο μέσα της. Σκεφτόταν, τι σκεφτόταν άραγε, ούτε αυτή δεν ήξερε πια. Κάτι την ακούμπησε στο χέρι της, πετάχτηκε από τον φόβο της. Ήταν ο Αριστείδης λερωμένος πολύ, γεμάτος χώματα και με πρησμένα μάτια.

«Είσαι καλά;» ρώτησε. «Πού ήσουν; Δεν υπάρχει πια, Αριστείδη. Όλα χάθηκαν».

«Τίποτα δεν χάθηκε ακόμη. Είμαστε καλά, αυτό έχει σημασία». Ο Αριστείδης έκατσε δίπλα της και την αγκάλιασε.

«Όλα θα πάνε καλά!» είπε, χαϊδεύοντας απαλά τα παιδιά του.

Έκλεισε για λίγο τα μάτια του.

Τρέχει, τον κυνηγάνε, πυροβολισμοί παντού… Τι θα κάνω; σκέφτεται. Πρέπει να τους προστατέψω. «Πάμε!» φωνάζει και τραβάει δυνατά τη γυναίκα του από το χέρι. Ξαφνικά πόνος, αίμα παντού… «Είναι νεκροί, είναι νεκροί». Το μυαλό του δεν το χωράει.

Πετάχτηκε πάνω, ο Βασιλάκης έκλαιγε. «Πρέπει να φύγουμε» είπε. Δεν μίλησε άλλο, τι να έλεγε; Το μόνο που ήθελε ήταν να σωθεί, όπως όλοι. Η ανάγκη για την επιβίωση είχε πια ξεπεράσει τις βιολογικές. Η Αρετή έκανε ένα νεύμα στον Αριστείδη δηλώνοντας ότι ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν. Ο άντρας πήρε αγκαλιά τον Βασιλάκη με τα πρησμένα ματάκια που είχε από το κλάμα, κάνοντάς τον να σωπάσει και έπιασε από το χέρι την Άννα που ήταν λίγο πιο μεγάλη. Η Χρυσή ήταν ήδη στην αγκαλιά της μαμάς της και η Πελαγία είχε ήδη φωλιάσει στο χέρι της .

Ξεκίνησαν λοιπόν, περπατούσαν μέσα στο δάσος, χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν. Ο Αριστείδης έδειχνε να επέλεξε το πιο δύσκολο μονοπάτι, αλλά ήξερε τι έκανε, η Αρετή τον εμπιστευόταν∙ προφανώς το έκανε για να μην αφήσουν ίχνη πίσω τους. Δεν ήξερε πού πάνε, αλλά δεν είχε σημασία.


Add: 2026-08-04 12:32:48 - Upd: 2026-08-04 16:29:20