Η μονογραφία διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Στα τέσσερα πρώτα περιέχεται το βασικό μέρος της ανάλυσης, ενώ στο πέμπτο καταγράφονται τα συμπεράσματα της έρευνας. Αναλυτικότερα, το πρώτο κεφάλαιο έχει εισαγωγικό και δικαιοσυγκριτικό χαρακτήρα. Το δεύτερο κεφάλαιο συνιστά τον πυρήνα της δογματικής συνεισφοράς του έργου του Συγγραφέα. Εδώ εξετάζεται πλέον η συμβατότητα της έννοιας της υποψίας ελαττωματικότητας με το σύστημα του ημέτερου ΑΚ. Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις προϋποθέσεις θεμελίωσης μίας νομικά διαφέρουσας υποψίας, όπως επίσης και στα έννομα βοηθήματα που αυτή γεννά. Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζεται το ιδιαίτερα δυσχερές ζήτημα της υποψίας νομικού ελαττώματος.
Με το παραπάνω περιεχόμενο, η παρούσα μονογραφία αναδεικνύει την πρακτική διάσταση των θέσεων που αναλύονται ή προτείνονται. Ιδίως δικαστές και νομικοί της πράξης μπορούν να βρουν ένα σύστημα κριτηρίων πρόσφορο για την αντιμετώπιση πρακτικών ζητημάτων που μπορούν να εμφανισθούν συχνά στην πράξη: πότε αρκεί η υποψία ελαττωματικότητας για να στοιχειοθετηθεί σχετική αξίωση του δανειστή· ποια αποδεικτικά μέσα είναι προς τούτο κατάλληλα· ποια έννομα βοηθήματα είναι διαθέσιμα και υπό ποιες προϋποθέσεις· τι έννομες συνέπειες συνεφέλκει η τελική απόδειξη της αβασιμότητας της υποψίας. Στα ερωτήματα αυτά, η παρούσα μονογραφία δίνει απαντήσεις πειστικά θεμελιωμένες, σαφείς και λειτουργικές.


