Η Νικάνδρα (Nίκη) Μπακογεώργου, γέννημα-θρέμα Καρπενησίου, συνταξιούχος φιλόλογος, ενεργό μέλος του ιδρύματος Γαζή-Tριανταφυλλόπουλου, μετά την αφυπηρέτησή της, ασχολήθηκε με τη συστηματική μελέτη αρχείων σχετικών με την Iστορία της πόλης του Kαρπενησίου και των σχολείων της. Μετά την έκδοση των δύο λευκωμάτων της για τα “100 χρόνια διαδρομής του Γυμνασίου Καρπενησίου” και του τρίτου λευκώματος για τη “Δημοτική εκπαίδευση στο Καρπενήσι”, με συστηματικότητα και αφοσίωση επιδόθηκε στην αποδελτίωση των εφημερίδων του Μεσοπολέμου. Έτσι, μέσω των “Ανταποκρίσεων” των δημοσιογράφων της εποχής έδωσε τη δική της συμβολή στην καταγραφή της τοπικής ιστορίας με την παρούσα έκδοση που επιπλέον κοσμείται από πλήθος φωτογραφιών εποχής.
Γράφει η ίδια στην Εισαγωγή της: ...Τώρα που ο κόσμος αυτός είναι οριστικά καταποντισμένος και τα τελευταία ίχνη των παλιών σπιτιών υπέκυψαν στον δρεπανηφόρο χρόνο, τώρα που έτσι όλα τα λογαριάζουμε εφήμερα, εύκολα και αναλώσιμα, τώρα που ούτε να αγαπήσεις, ούτε να πενθήσεις προλαβαίνεις, σκέφτηκα, στην τελευταία στροφή και του δικού μου χρόνου, να ξεκινήσω ένα οδοιπορικό, μια περιδιάβαση στους γνώριμους παλιούς δρόμους της πόλης μου, να αφουγκραστώ και να νιώσω την ανάσα της, όπως την έφεραν μέχρι τις μέρες μας τα δέντρα, τα πουλιά και τα λόγια των ανθρώπων και όπως την ένιωσα κι εγώ από τους δικούς μου αγαπημένους, αναπαυμένους πια, χρόνια τώρα, κάτω από το χώμα, με τον φόβο πάντα, όταν κανείς μιλάει γι’ αυτά που δεν έζησε, να πέσει στην παγίδα του ανύπαρκτου.
Έχοντας αυτό κατά νου, αναζήτησα την αλήθεια της ζωής στην επαρχία του Mεσοπολέμου και σε κάθε γραπτή αποτύπωσή της, τηλεγραφήματα, ψηφίσματα, διαμαρτυρίες. Διάβασα δεκάδες «ανταποκρίσεις» από το Καρπενήσι στις τοπικές και επαρχιακές εφημερίδες, αλλά και στη στήλη «\Aπe τaς Έπαρχίας» μεγάλων αθηναϊκών που, παρά τις υπερβολές και τις φλύαρες ρητορείες τους, την εμπάθεια, τις κομματικές και άλλες αγκυλώσεις τους, μετέφεραν στην πρωτεύουσα τον παλμό των επαρχιών και των τοπικών κοινωνιών, τα μικρά και τα μεγάλα, σημαντικά και ασήμαντα της καθημερινής ζωής, τότε που ακόμη οι άνθρωποι νοιάζονταν για το ψωμί, τη δουλειά, τον δρόμο, σήκωναν τις μαγκούρες στα καφενεία για τα πολιτικά, περίμεναν τον ταχυδρόμο να φέρει γράμματα κι εμβάσματα από την Αμερική, διάβαζαν παλιές εφημερίδες στη χιονισμένη προσμονή του χειμώνα, τα καλοκαίρια σκούπιζαν τον ιδρώτα στους θερισμούς και τα αλωνίσματα κι άλλοι δροσίζονταν και φιλοσοφούσαν με γκαζόζες, πορτοκαλάδες και ούζα κάτω από τα πλατάνια της πλατείας, τότε που η ζωή βάδιζε με την ησυχία της, μέσα στα ίδια πάντοτε σοφά μονοπάτια του καιρού, τότε που πραγματικά η πόλη ζούσε.”
“Μ”

