Από παιδί μου άρεσε να ακούω παλιές ιστορίες και παραμύθια σε χειμωνιάτικα νυχτέρια και σε κάποιες βραδινές αυλές του αποκαλόκαιρου στα ξεφλουδίσματα του καλαμποκιού. Και μιλούσαν οι άνθρωποι για μια πόλη σχεδόν μαγική, με ψηλά κι ωραία σπίτια με ξύλινα μπαλκόνια σκαλιστά, με ολάνθιστους κήπους και περιβόλια, για αγόρια και κορίτσια που στροβιλίζονταν στους ρυθμούς της τζαζ στα εξοχικά κέντρα και για «διαθερίστριες» με κοντά φορέματα και μαλλιά «αλα γκαρσόν» που έκαναν ιππασία και έπαιζαν βόλεϊ στην πλατεία. Να έζησε άραγε η μικρή ορεινή κωμόπολη του Καρπενησίου τη δική της belle epoche, να έσμιξαν στον βουνίσιο αέρα της οι ήχοι της ευρωπαϊκής μουσικής από το γραμμόφωνο και από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς του Λονδίνου, της Βιέννης και του Βελιγραδίου, με τους ήχους της πίπιζας, του βιολιού και του λαούτου που έπαιζαν «ζυγιές» από λαϊκούς οργανοπαίχτες σε ταβέρνες, καφενεία, λαϊκά ξεφαντώματα, γάμους και πανηγύρια; Αναρωτιέμαι μήπως οι γονείς μας, που τότε ήταν παιδιά, κι οι νέοι εκείνου του καιρού έριξαν στις αναμνήσεις τους λίγη χρυσόσκονη, ανάβοντας περισσότερα αστέρια στον ουρανό της νιότης τους, η μήπως η πίκρα της απώλειας αλλοίωσε τα χρώματα της μνήμης;
Έχοντας αυτό κατά νου, αναζήτησα την αλήθεια της ζωής στην επαρχία του μεσοπολέμου και σε κάθε γραπτή αποτύπωση της, τηλεγραφήματα, ψηφίσματα, διαμαρτυρίες. Διάβασα δεκάδες «ανταποκρίσεις» από το Καρπενήσι στις τοπικές και επαρχιακές εφημερίδες, αλλά και στη στήλη «Ἀπὸ τὰς Έπαρχίας» μεγάλων αθηναϊκών που, παρά τις υπερβολές και τις φλύαρες ρητορείες τους, την εμπάθεια, τις κομματικές και άλλες αγκυλώσεις τους, μετέφεραν στην πρωτεύουσα τον παλμό των επαρχιών και των τοπικών κοινωνιών, τα μικρά και τα μεγάλα, σημαντικά και ασήμαντα της καθημερινής ζωής, τότε που ακόμη οι άνθρωποι νοιάζονταν για το ψωμί, τη δουλειά, το δρόμο, σήκωναν τις μαγκούρες στα καφενεία για τα πολιτικά, περίμεναν τον ταχυδρόμο να φέρει γράμματα κι εμβάσματα από την Αμερική, διάβαζαν παλιές εφημερίδες στη χιονισμένη προσμονή του χειμώνα, τα καλοκαίρια σκούπιζαν τον ιδρώτα στους θερισμούς και τα αλωνίσματα κι άλλοι δροσίζονταν και φιλοσοφούσαν με γκαζόζες, πορτοκαλάδες και ούζα κάτω από τα πλατάνια της πλατείας, τότε που η ζωή βάδιζε με την ησυχία της, μέσα στα ίδια πάντοτε σοφά μονοπάτια του καιρού, τότε που πραγματικά η πόλη ζ ο ύ σ ε.
Ξεκίνησα αυτή την περιπέτεια με επίγνωση πως δεν γίνεται να αναπαραστήσεις το παρελθόν, τα χρώματα, τα αρώματα, τις γεύσεις μιας εποχής, ούτε το φύσημα του αέρα ούτε τα τραγούδια και πιο πολύ τα πάθη των και τους καημούς των ανθρώπων, πολύ περισσότερο αν δεν την έχεις ζήσει. Και δεν είναι αυτό το βιβλίο μήτε λαογραφία μήτε κοινωνική ανάλυση. Είναι το αποτύπωμα που άφησε στην ψυχή μου μια παλιά ιστορία, σαν ήχος γλυκός από το νάι του γέρου καρπενησιώτη γύφτου, σαν το μελαγχολικό τραγούδι της μάνας μου, που μεγάλωνε εκείνα τα χρόνια στις φτωχογειτονιές της πόλης, σαν το κρασί που ζεσταινόταν στο μαγκάλι στα καπηλειά της κάτω πλατείας, σαν δροσερό καλοκαιρινό αεράκι σε αυγουστιάτικο απόβραδο.
Νίκη Μπακογεώργου

