Όσο πιο γρήγορα βαδίζω, τόσο μικρότερη γίνομαι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88518-5-6
Noėma, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Νορβηγική
Ενιαία τιμή έως 20/1/2028
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 116 σελ.
Περιγραφή

Για τη Ματέα Μάρτινσεν, ήταν πάντοτε δύσκολο να συναναστρέφεται άλλους ανθρώπους ‒ ένα πράγμα όμως έχει μάθει: οι άλλοι δεν είναι σαν κι εκείνη. Τώρα, στα γεράματά της, βιώνει ξαφνικά μια βαθιά θλίψη και τη διαπερνά ο φόβος ότι θα πεθάνει προτού κανείς μάθει πως υπήρξε. Ξεθάβει λοιπόν από την ντουλάπα το παλιό της νυφικό, ψήνει γλυκά κεκάκια και βγαίνει στον έξω κόσμο.

Η νουβέλα Όσο πιο γρήγορα βαδίζω, τόσο μικρότερη γίνομαι, τρυφερή και ταυτόχρονα αστεία και βαθιά μελαγχολική, ξεχωρίζει για τη χιουμοριστική της ειλικρίνεια και την ασυνήθιστα ευρηματική γραφή της.

Μου αρέσει όταν ξεμπερδεύω με κάτι· με τις μάλλινες ωτοασπίδες που έπλεξα για το κρύο, με τον χειμώνα, με την άνοιξη, με το καλοκαίρι, με το φθινόπωρο. Ακόμα και με την καριέρα του Έψιλον. Μου αρέσει να ξεμπερδεύω με τα πράγματα. Η ανυπομονησία, όμως, έχει συνέπειες. Θυμάμαι τότε που ο Έψιλον μου έδωσε μια ορχιδέα για τα γενέθλιά μου… Στην πραγματικότητα, εγώ δεν ήθελα ορχιδέα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι νόημα έχουν τα λουλούδια, μόνο μαραίνονται και πεθαίνουν. Αυτό που ήθελα στ’ αλήθεια ήταν να συνταξιοδοτηθεί ο Έψιλον.

«Χρειάζομαι όμως ένα καταφύγιο, μακριά απ’ τη…» Για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκα ότι επρόκειτο να πει «συντροφικότητα», αλλά αντ’ αυτού είπε «γύμνια». «Εμένα εννοείς;» τον ρώτησα. «Δεν θέλω να κατονομάσω κάποιον» αποκρίθηκε εκείνος.

Κι έτσι γδύθηκα για την ορχιδέα και σύντομα τα μπουμπούκια της άρχισαν να ανθίζουν, μικρά ροζ άνθη βάλθηκαν να ξεφυτρώνουν παντού. «Μακάρι να είχες την ίδια επίδραση και σε μένα» παρατήρησε ο Έψιλον.

Οι οδηγίες που συνόδευαν το φυτό έλεγαν να κόψουμε τα λουλούδια αφότου μαραθούν και θα ξαναβγούν σε έξι μήνες. Πρώτα, όμως, έπρεπε να πεθάνουν. Τα κοίταζα λοιπόν και περίμενα ώσπου τελικά δεν άντεξα. Ώρα να τελειώνουμε, είπα στον εαυτό μου, και κλάδεψα το φυτό μέχρι να φτάσω στα κοκαλιάρικα, γυμνά κοτσάνια του.

«Τι έγινε εδώ πέρα;» ρώτησε ο Έψιλον όταν γύρισε από τη δουλειά. «Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω» αποκρίθηκα. «Τα λουλούδια δεν έλεγαν να μαραθούν. Μην ανησυχείς όμως. Σε έξι μήνες θα βγούνε άλλα, ακριβώς την ώρα του φθινοπώρου. Αν περίμενα πολύ, υπήρχε ο κίνδυνος να μην έχουμε λουλούδια τον χειμώνα».

Το φθινόπωρο ήρθε κι έφυγε, κι ύστερα έφτασε ο χειμώνας, κι ύστερα η άνοιξη, μα τα άνθη δεν επέστρεψαν, η ορχιδέα είχε πεθάνει, οπότε το δώρο των επόμενων γενεθλίων μου ήταν ένα μαξιλάρι.

Τώρα που βρίσκομαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, είμαι το ακριβώς αντίθετο της ανυπομονησίας. Εύχομαι να μπορούσα να σώσω όσα λίγα μου έχουν απομείνει από τη ζωή μου ώσπου να καταλάβω τι ακριβώς να τα κάνω. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να κλειδωθώ στον καταψύκτη, αλλά εμείς έχουμε μονάχα τη μικρή κατάψυξη του ψυγείου. Ακούω κόσμο να γυρίζει σπίτι απ’ τη δουλειά, σκέφτονται τι θα φάνε, κι εγώ είμαι εδώ στο κρεβάτι κι όλο αυτό μου θυμίζει ένα βιβλίο που διάβασα κάποτε. Ίσως πρέπει να σβήσω τα φώτα. Όχι πως έχει σημασία, η μορφή με το δρεπάνι βλέπει και στο σκοτάδι, θα με βρει ό,τι κι αν γίνει. Και τι θα διαλέξει; Τα πόδια μου; Τα χέρια μου; Αναρωτιέμαι. Κουνάω τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών μου. Όλη μου η αριστερή πλευρά έχει μουδιάσει. Το ίδιο και η δεξιά. Ίσως να διαλέξει την καρδιά μου. Πριν από τον Έψιλον, η καρδιά μου ήταν σαν το σταφύλι και τώρα έχει γίνει πια σκέτη σταφίδα. Ή μήπως τις ζαρωμένες μου αμυγδαλές; Δεν είναι πράγματα εμπιστοσύνης αυτά.

Μπορεί να πάρει πολύ καιρό μέχρι να καταλάβει κάποιος ότι πέθανα. Διάβασα για έναν Κινέζο που ήταν νεκρός στο διαμέρισμά του επί είκοσι χρόνια ‒το κατάλαβαν από την ημερομηνία στην εφημερίδα που βρισκόταν στο τραπέζι της κουζίνας‒ και όταν τον βρήκαν πια, δεν ήταν παρά ένας σκελετός με πιτζάμες. Όχι μόνο θα καταλήξω σκελετός, μα θα φοράω και πιτζάμες. Βέβαια πριν απ’ αυτό, θα αρχίσω να μυρίζω και οι γείτονες θα νομίσουν στην αρχή πως είναι οι Πακιστανοί που μένουν στον πρώτο, αλλά όταν αρχίσουν να διαμαρτύρονται κι εκείνοι, κάποιος θα θυμηθεί τη μικροκαμωμένη ηλικιωμένη κυρία στον τρίτο όροφο. «Μα αυτή δεν την είχανε πυροβολήσει στον πόλεμο;» θα ρωτήσουν. «Όχι» θα τους διαβεβαιώσει ο Γιουν, ο γείτονάς μου. «Την είδα τα περασμένα Χριστούγεννα. Πρέπει να καλέσετε την άμεση δράση».

Όταν ήμουνα παιδί, είχα πάντα όνειρο να με παραλάβει ένα ασθενοφόρο και όταν έβλεπα κάποιο κοντά, σταύρωνα τα δάχτυλά μου και ψιθύριζα: «Ας είναι για μένα, ας είναι για μένα», αλλά ποτέ δεν ήτανε για μένα, τα ασθενοφόρα πάντοτε απομακρύνονταν, το καταλάβαινα απ’ τις σειρήνες. Τώρα ακούω και πάλι σειρήνες ασθενοφόρων στο βάθος, θα πρέπει να έρχονται να με πάρουν επειδή φοράω καθαρά εσώρουχα και σύντομα θα πεθάνω. Όμως όχι, είναι κάποιος άλλος στο ασθενοφόρο αντί για μένα, κάποιος που δεν είναι πλέον κύριος της μοίρας του.

Σκοτεινιάζει, προσπαθώ να συγκεντρωθώ σε κάτι χρήσιμο και το μόνο που έχει πια σημασία είναι να σκεφτώ ποια θα είναι τα τελευταία μου λόγια. «Η πιθανότητα να πεθάνουμε είναι μικρότερη από ε, αν το ε ισούται με μια μικροσκοπικά μικρή ποσότητα» είπα στον Έψιλον. Δεν είναι του χαρακτήρα μου να λέω τέτοια πράγματα. Μακάρι να είχα πει κάτι αλλιώτικο.

Θέλω να πω κάτι ουσιαστικό, να κάνω τα τελευταία μου λόγια να έχουν ομοιοκαταληξία κι έτσι μένω ξύπνια όλη νύχτα πασχίζοντας να σκεφτώ κάτι κατάλληλο. Ξέρω πως δεν θα ξανασηκωθώ από το κρεβάτι. Ύστερα όμως με βρίσκει το ξημέρωμα και πεινάω πάρα πολύ.

Ο Έψιλον λέει ότι, στατιστικά μιλώντας, ένα τυχαίο άτομο θα πεθάνει πιθανότατα στο κρεβάτι του. 

Ίσως τώρα πρέπει να σηκωθώ.

Ζήσε τη ζωή σου. Άδραξε τη μέρα. Στέκομαι πλάι στο κρεβάτι, αλλά δεν ξέρω πώς να αδράξω τη μέρα μου. Αποφασίζω τελικά να κάνω αυτό που κάνω πάντα: να διαβάσω τις νεκρολογίες.

Πρώτα όμως πάω στο μπάνιο. Φοράω το ίδιο μαύρο φόρεμα που φορούσα και την προηγουμένη και πολλές άλλες μέρες πριν από αυτή. Χθες ωστόσο ήταν πιο μαύρο. Ο Έψιλον είναι κοντός, οπότε δεν ξέρω γιατί ο καθρέφτης του μπάνιου είναι κρεμασμένος τόσο ψηλά. Ο Έψιλον λέει ότι δεν έχει πρόβλημα γιατί το μόνο που χρειάζεται είναι να βλέπει πού να κάνει τη χωρίστρα του. Εγώ όμως έχω τέτοια καμπούρα στην πλάτη που δεν βλέπω τίποτα. Τεντώνομαι κι ύστερα σκαρφαλώνω στον πάγκο πατώντας στα δάχτυλα των ποδιών μου. Τώρα μπορώ να δω το πάνω μισό του προσώπου μου στον καθρέφτη, σαν τη νεράιδα της λίμνης που βγάζοντας το μισό της κεφάλι έξω από το νερό καραδοκεί για να σε παρασύρει στα βαθιά. Είναι περίεργο που αυτό το μισό πρόσωπο στον καθρέφτη είναι εγώ. Με κοιτάζω κατάματα. Γιατί να ασχοληθείς με την εμφάνισή σου όταν κανείς δεν σε κοιτάζει; Βγαίνω στο χολ να πάρω την εφημερίδα.

Οι γείτονές μου, ο Γιουν και η μητέρα του, μάλλον ξέρουν ότι υπάρχω. Ακόμα κι έτσι, δεν θα τους λείψω όταν φύγω. Είναι οι μόνοι, εκτός από τον Έψιλον κι εμένα, που μένουν εδώ από τότε που χτίστηκε το κτίριο, και θυμάμαι τον Γιουν από μικρό παιδί. Το πραγματικό του όνομα είναι Ρουν, αλλά η μητέρα του δεν μπορεί να πει το ρο. Μάλλον ο πατέρας του ήταν αυτός που σκέφτηκε το όνομα, επειδή είχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις αρχαίες γλώσσες. Αργότερα, άρχισε να ενδιαφέρεται για τους λογιστές. Η μητέρα του Γιουν είναι από τους λίγους ανθρώπους που χαιρετώ τακτικά. Ξεκίνησε από τότε, όταν είχαμε πρωτομετακομίσει, και δεν το σκέφτηκα καλά. «Γεια» έλεγα κάθε φορά που διασχίζαμε και οι δυο τον διάδρομο. Και αφού συναντιόμασταν αρκετές φορές την ημέρα, η ρουτίνα μετατράπηκε αρκετά γρήγορα σε αμηχανία. Το πρωί ήταν μια χαρά, όμως βλέπαμε η μια την άλλη και αργότερα, όταν εκείνη ανέβαινε από το υπόγειο κι εγώ εμφανιζόμουν από το πουθενά. «Γεια». Περνούσαν μερικές ώρες κι ύστερα πάλι πέφταμε η μία πάνω στην άλλη έξω από το πλυσταριό. Κάθε φορά έλεγα «πώς είσαι;» και πάσχιζα να χαμογελάσω. Όταν τα βράδια πήγαινα να πετάξω τα σκουπίδια κι εκείνη περιφερόταν κάνοντας κάτι περίεργο, προσποιόμουν ότι δεν έβλεπα καλά στο σκοτάδι κι έτσι δεν τη διέκρινα. Άγγιζα ψαχουλευτά τον τοίχο στον αμυδρά φωτισμένο διάδρομο και το επόμενο πρωί όλη η επίπονη ρουτίνα ξεκινούσε πάλι από την αρχή. Ανακουφίστηκα όταν ο σύζυγός της την εγκατέλειψε για τον λογιστή του κάτω ορόφου κι εκείνη σταμάτησε να βγαίνει. Ο Γιουν ήταν ακόμα παιδάκι και αναγκάστηκε ξαφνικά να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού μόνος του, οπότε δεν προκαλεί και μεγάλη έκπληξη το γεγονός ότι έγινε ένας αντιπαθής ενήλικας. Δεν μας χαιρετούσε ποτέ τον Έψιλον κι εμένα, κι έτσι δεν τον χαιρετούσα ούτε κι εγώ. Αφού λοιπόν η κωφάλαλη μετακόμισε, άφησα όλους τους υπόλοιπους χαιρετισμούς στον Έψιλον. «Καλημέρα» έλεγε ο Έψιλον, αλλά ο Γιουν τον αγνοούσε, εκτός από εκείνη τη μία φορά που μας έκανε κωλοδάχτυλο. «Πολύ διασκεδαστικό» είπε ο Έψιλον. Δεν ήθελε να γίνει ειρωνικός, ο Έψιλον δεν είναι ποτέ ειρωνικός. «Να και κάτι καινούριο. Στους προσκόπους θα το έμαθε».


Add: 2026-07-20 16:40:08 - Upd: 2026-07-21 15:51:17