Καϊπιρόσκα!
Μετάφραση: Καραμπέκιου, Ζωή
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-366-4
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 6/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Πορτογαλική
Ενιαία τιμή έως 30/12/2027
€ 24.38 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 708 σελ.
Περιγραφή

Σάο Πάολο, 2005. Πολιτικά σκάνδαλα, κοινωνικές αντιθέσεις, αδιάκοπη κίνηση. Μέσα σ’ αυτήν τη χαοτική αλλά γεμάτη ζωντάνια μεγαλούπολη, η Μαρία Κλαούντια, μια δυναμική Βραζιλιάνα δικηγόρος, γνωρίζει τον μυστηριώδη Ρώσο Ιβάν Ιβάνοβιτς. Για λίγες ημέρες, οι δυο τους περιπλανιούνται στους δρόμους, τα μπαρ, τις παραλίες, σε μια σχέση που ακροβατεί ανάμεσα στην έλξη και την καχυποψία. Όσο η ένταση μεταξύ τους μεγαλώνει, η Μαρία Κλαούντια αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι πίσω από τη γοητεία και το χιούμορ του Ιβάν κρύβονται μυστικά πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ό,τι είχε φανταστεί.

Με φόντο τη μουσική του τόπου, τις πολιτικές αναταραχές αλλά και μια διεθνή αστυνομική επιχείρηση που εξελίσσεται αθόρυβα, ξεδιπλώνεται μια ιστορία όλο ένταση, ρυθμό και ανατροπές, που συνδυάζει το αστυνομικό σασπένς με τον αισθησιασμό και την ατμόσφαιρα της σύγχρονης Βραζιλίας.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2005

Το ξημέρωμα είναι πάντα ίδιο στο Κουμπίκα, το Διεθνές Αεροδρόμιο στο Γκουαρούλιος που εξυπηρετεί την πόλη του Σάο Πάολο. Είναι πάντα κρύο, γκρίζο και φυσάει πολύ. Περισσότερο υποφέρουν όσοι φτάνουν νωρίς στον χώρο των αφίξεων και είναι ακόμη μαύρη νύχτα, για να παραλάβουν εκείνους που φτάνουν με τις νυχτερινές πτήσεις. Είναι λες κι εκεί η νύχτα είναι αιώνια. Εκείνη η γκρίζα ερημιά, χωρίς ίχνος ζωής, που δίνει την εντύπωση ότι δεν θα ξημερώσει ποτέ. Κι όμως ξημερώνει, ο ήλιος βγαίνει, η θερμοκρασία ανεβαίνει, τα αεροπλάνα προσγειώνονται και οι ταξιδιώτες φτάνουν.

Έτσι είναι πάντα και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς εκείνο το πρωινό της Τετάρτης 12 Οκτωβρίου, εθνικής αργίας, της ημέρας της Παναγίας της Απαρεσίντα, προστάτιδας της Βραζιλίας. Μιας αργίας που δεν προκάλεσε τη συνηθισμένη μαζική φυγή των κατοίκων του Σάο Πάολο προς τις παραλίες ή την εξοχή, αφού δεν δημιουργούσε το διάσημο τετραήμερο, που προκύπτει συνήθως όταν η αργία πέφτει Τρίτη ή Πέμπτη και η κατάσταση στους δρόμους γίνεται το κύριο θέμα των τηλεοπτικών ειδήσεων: όσοι πρόκειται να ταξιδέψουν, με τα μάτια στην οθόνη, προβλέπουν αγχωμένοι ένα ταξίδι τρεις φορές μεγαλύτερο από το αναμενόμενο· όσοι πρόκειται να μείνουν στα σπίτια τους, κάπως δικαιωμένοι, λένε: «Πάλι καλά που αποφάσισα να μείνω». Στο Κουμπίκα δεν υπάρχει καμία απολύτως διαφορά: Σάββατα, Κυριακές, αργίες, καρναβάλια, Χριστούγεννα ή οποιαδήποτε άλλη μέρα, όποια κι αν είναι η κατάσταση, η πρωινή κίνηση είναι πάντα η ίδια: είναι εκείνος ο αναβρασμός από πτήσεις και ανθρώπους που έρχονται από όλες τις γωνιές της Γης. Βραζιλιάνοι και ξένοι χωρίζονται στην ουρά για το τελωνείο και στη συνέχεια ξανασυναντιούνται στους ιμάντες παραλαβής αποσκευών. Σε αντίθεση με την περιοχή των αναχωρήσεων, που αποτελεί ένα είδος διεθνούς καθαρτηρίου, με αύρα πολυτέλειας, όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούν ενθουσιασμένοι με το ταξίδι που πρόκειται να κάνουν, άλλοι ιδιαίτερα περιποιημένοι, άλλοι όχι και τόσο, και οι συνοδοί που ήρθαν να τους αποχαιρετήσουν λένε, δακρυσμένοι ή ανακουφισμένοι: «Αντίο», «Καλό ταξίδι», «Ο Θεός να σε έχει καλά», «Καλή τύχη», «Πάρε με όταν φτάσεις». Διαβατήρια, κάρτες επιβίβασης, ταξιδιωτικές επιταγές, άνθρωποι νευρικοί. Όλοι πηγαινοέρχονται και ψωνίζουν ανάμεσα στα διάφορα εστιατόρια, τα σνακ μπαρ και τις καφετέριες, μέσα σε διάφορα καταστήματα που πουλάνε κάθε είδους εμπορεύματα και μικροπράγματα, με το βλέμμα πάντα στα δολάρια, τα ευρώ και τα ρεάλ στις τσέπες, τις τσάντες και τα τσαντάκια μέσης. Τα κομψά καταστήματα, τα κοσμηματοπωλεία, τα μαγαζιά με βραζιλιάνικα σουβενίρ, τα αρωματοπωλεία, τα βιβλιοπωλεία, τα κιόσκια, όλα αναδίδουν τη μυρωδιά του ενθουσιασμού και της έξαψης του ταξιδιού, ως υπόνοια για τα νέα πράγματα που θα δει κανείς, τους άλλους κόσμους, άλλους πολιτισμούς, άλλες γλώσσες, τις καινούριες εντυπώσεις και συναισθήματα που θα βιώσει, θα αισθανθεί και θα υποφέρει. Στον κάτω όροφο, ωστόσο, στην περιοχή των αφίξεων, νωρίς το πρωί, τα πάντα έχουν την όψη μπαγιάτικου ψωμιού, ακόμα και οι καφετέριες, τα γκισέ ενοικίασης αυτοκινήτων και κινητής τηλεφωνίας, τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, τα ΑΤΜ των τραπεζών, τα γραφεία πληροφοριών. Όποιος ήρθε για να παραλάβει κάποιον βρίσκεται εκεί με βαριά καρδιά και οι ταξιδιώτες που φτάνουν μοιάζουν σαν να βγήκαν από ταυρομαχία, μετά από τόσες ώρες που πέρασαν στριμωγμένοι στο αεροπλάνο. Σχεδόν όλοι με πρόσωπα ζαρωμένα, σπρώχνοντας καρότσια γεμάτα βαλίτσες, σακίδια, παλτά και σακούλες με ψώνια από τα αφορολόγητα, καθώς επίσης και παράξενα αντικείμενα που έφεραν μαζί τους από τη χώρα τους ή τα έφεραν πίσω στην πατρίδα τους από τις περιπέτειές τους, καλές και κακές, στο εξωτερικό, ένα μείγμα από χαρτοφύλακες, σανίδες του σερφ, κιθάρες, μπεριμπάου, πατερίτσες, γιγάντια πακέτα με πάνες, κ.ά. Μέσα στο κρύο της αυγής, συγγενείς, φίλοι και ταξιδιωτικοί πράκτορες με ταμπέλες με ονόματα στα χέρια, όλοι νυσταγμένοι, περιμένουν την έξοδο των ταξιδιωτών για να τους πάνε στον προορισμό τους στην πόλη, ανυπόμονοι να φύγουν από εκεί. Και τότε έρχεται εκείνη η αφθονία από αγκαλιές και χειραψίες, δάκρυα και γέλια, αναστεναγμούς κι εκπλήξεις, ανακούφιση και ενθουσιασμό. Μια βιτρίνα από συναισθήματα που έχουν βιωθεί ή πρόκειται να βιωθούν. Κάποιοι ανυπομονούν να πάνε στο σπίτι τους, άλλοι νιώθουν εξαντλημένοι που δεν κοιμήθηκαν καθόλου στη νυχτερινή τους πτήση. Κάποιοι είναι ενθουσιασμένοι με την άφιξη, άλλοι έχουν το υπεράνω ύφος εκείνων που ταξιδεύουν συνεχώς. Κάποιοι παίρνουν αδιάφορα ένα ταξί, άλλοι ανοίγουν διάπλατα τα μάτια για να καταβροχθίσουν με το βλέμμα την πόλη που βλέπουν για πρώτη φορά. Κάποιοι γελούν δυνατά, άλλοι είναι πολύ σοβαροί, αν και με τα κουστούμια τους τελείως τσαλακωμένα, πηγαίνοντας απευθείας από το αεροδρόμιο σε κάποια επαγγελματική συνάντηση, γιατί παρόλο που είναι αργία, οι κάτοικοι του Σάο Πάολο φαίνεται ότι δεν σταματούν ποτέ.

Φτάνοντας από το Παρίσι, πριν ακόμη περάσει από το τελωνείο, η Μαρία Κλαούντια σπρώχνει το καρότσι με τις αποσκευές της, έχει το παλτό της στο μπράτσο και το διαβατήριό της στο χέρι και το μόνο που σκέφτεται είναι τα πράγματα που έχει να κάνει κατά τη διάρκεια της μέρας: να αδειάσει τις βαλίτσες της, να τηλεφωνήσει στους γονείς της, να κουτσομπολέψει με τις φίλες της στο τηλέφωνο, να τσεκάρει τα μέιλ της, να ελέγξει στην ατζέντα της αν υπήρχε τίποτα που έπρεπε να κάνει πριν επιστρέψει στη δουλειά της στο γραφείο, να ξεχωρίσει τα δώρα και τα μπιχλιμπίδια που είχε φέρει από το ταξίδι. Μα πάνω απ’ όλα, ήθελε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της μετά από ένα ωραίο, ζεστό μπάνιο, με τα σαμπουάν και τις κρέμες της, τις αφράτες πετσέτες της και τα καθαρά, μυρωδάτα, σιδερωμένα της ρούχα, ένα ποτήρι φυσικό χυμό φρούτων και το στερεοφωνικό στο σαλόνι να παίζει την αγαπημένη της μουσική. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα γυναίκα. Δικηγόρος, όμορφη, ελεύθερη, δούλευε σκληρά, όμως ποτέ δεν έπαυε να απολαμβάνει τη ζωή. Χαρακτηριστική γυναίκα του Σάο Πάολο, με πορτογαλική και ισπανική καταγωγή – από τους αποίκους της Βραζιλίας και λίγο ιταλικό αίμα από τους μετανάστες που ήρθαν μαζικά στη χώρα τον 19ο και 20ό αιώνα. Όπως σχεδόν όλες οι Βραζιλιάνες, της άρεσε να έχει μακριά μαλλιά και να φοράει στενά παντελόνια. Στα τριάντα πέντε της, ήταν λεπτή μα όχι υπερβολικά αδύνατη· λεπτή μέση· επίπεδη κοιλιά· λεπτά, μακριά πόδια· λεπτά και κομψά χέρια· το δέρμα του προσώπου της ήταν ανοιχτόχρωμο και απαλό, φροντισμένο και προστατευμένο από τον ήλιο· τα μαλλιά της ήταν σκούρα καστανά, λίγο πιο κοντά τώρα, μέχρι τους ώμους, με διακριτικές ανοιχτόχρωμες ανταύγειες και τα εκφραστικά αμυγδαλωτά της μάτια ήταν επίσης καστανά. Το πρόσωπό της ήταν σοβαρό όταν ήταν συγκεντρωμένη, κάτι που συνέβαινε συχνά στη δουλειά, όμως κανένας δεν μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία της όταν χαμογελούσε πλατιά. Έξυπνη και καλοπροαίρετη, ήταν, ωστόσο, η χαρακτηριστική κάτοικος του Σάο Πάολο, έτοιμη να αγχωθεί όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι που ήταν εύκολο να συμβεί σε αυτήν τη μεγαλούπολη των πάνω από δεκαοκτώ εκατομμυρίων κατοίκων, που όλοι βρίσκονταν σε εγρήγορση, όπως η ίδια. Όμως ήταν Βραζιλιάνα και, όπως οι συμπατριώτες της από όλες τις πολιτείες, ήταν κι εκείνη πάντα έτοιμη για ένα καλό αστείο, μια όμορφη κουβέντα πίνοντας καφέ, μια ωραία συζήτηση αργά το απόγευμα. Προσπαθούσε, παρ’ όλα αυτά, να ελέγχει τα νεύρα της, ιδίως όταν βρισκόταν κολλημένη στην κίνηση, που είχε ψηφιστεί από τους κατοίκους του Σάο Πάολο ως το χειρότερο και πιο στρεσογόνο πράγμα στη ζωή τους. 


Add: 2026-07-14 12:14:52 - Upd: 2026-07-15 09:23:40