Στον Ατλαντικό ανάμεσα σε νάρκες και τορπίλες
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-364-0
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 6/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/12/2027
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 114 σελ.
Περιγραφή

Κάθε εποχή έχει τον τρόπο της να φέρεται απάνθρωπα. Και ο καπετάν Τάσος, άκων, έγινε αποδέκτης των απάνθρωπων συμφορών της εποχής του. Από τα ξένοιαστα παιδικά του χρόνια στη Σύρο βρέθηκε, εκών, στα καράβια και επέτρεψε να κυβερνά τη ζωή του το άγνωστο, η τύχη, και αργότερα η τρέλα του πολέμου, όταν ο ορίζοντας γινόταν τρομαχτικός, ο άνεμος αλυχτούσε εφιαλτικά και ο υπόκωφος απόηχος των εχθρικών υποβρυχίων στη μέση του Ατλαντικού παρέλυε το είναι του.

Όμως, η μετάλλαξη που συγχρόνως συνέβαινε μέσα του τον αφύπνιζε· του απαγόρευε να αισθανθεί την ηχηρή παρουσία του θανάτου. Τον μετέτρεπε στον υπεράνθρωπο που πάση θυσία έπρεπε να φέρει σε πέρας την αποστολή του: να φθάσει σώα και αβλαβής η νηοπομπή στο λιμάνι του προορισμού, κομίζοντας την ελπίδα με τη μορφή τροφίμων και πολεμοφοδίων από τον ελεύθερο κόσμο του Νότου στον σκληρά δοκιμαζόμενο κόσμο του Βορρά.

Είμαι ο καπετάν Τάσος Μελισσάκης, Συριανός.

Όταν ήμουν μικρός, η μάνα μου μας σήκωνε την Κυριακή πρωί – πρωί και μας πήγαινε στο πλυσταριό του σπιτιού μας, που έβλεπε σε μια αυλή με τέσσαρες συκιές. Εκεί υπήρχε ένα μεγάλο τζάκι και μια καζάνα μπακιρένια, που χωρούσε πενήντα λίτρα νερό. Μέσα σε μια ξύλινη σκάφη μας έπλενε. Κατόπιν νηστικά και τα έξι παιδιά πηγαίναμε στην εκκλησία, στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το πατρικό μας σπίτι αποτελείτο από δύο πατώματα και ένα μεγάλο δωμάτιο στην αυλή με ταράτσα, στην οποία η μάνα μου άπλωνε τη μπουγάδα της. Στο δωμάτιο της αυλής με τις συκιές έμενε, όταν ζούσε, η γιαγιά μας, η μάνα της μάνας μας. Εμείς κοιμόμαστε με τη μάνα μας στο πάνω πάτωμα και στο κάτω είχαμε την τραπεζαρία.

Ήταν θεοφοβούμενοι άνθρωποι οι γονείς μου. Στο νησί μας υπήρχε η συνήθεια, όταν γιόρταζε μια οικογένεια, να μαζεύονται οι γείτονες και να κάνουν ολονυχτία μπροστά στην εικόνα του Αγίου, του οποίου τιμούσαν τη μνήμη. Εμείς, λόγω που όλη η οικογένεια ήμαστε ναυτικοί, γιορτάζαμε στις 6 Δεκεμβρίου τον Άγιο των θαλασσών. Μια χρονιά τ’ Άη Νικόλα, μετά την αναχώρηση των γειτόνων, κατά τα μεσάνυχτα περίπου πήγαμε να κοιμηθούμε. Αντιληφθήκαμε, όμως, πως η μητέρα μας δεν μας ακολουθούσε, όπως συνήθιζε, και διερωτηθήκαμε τι είχε γίνει. Ο μεγάλος μου αδελφός, ο Σταύρος, κατέβηκε σιγά σιγά τη σκάλα και είδε τη μάνα μας να κάθεται στο επάνω σκαλοπάτι του δωματίου της αυλής. Όπως ήταν με τη νυχτικιά του ο Σταύρος μας – η νυχτικιά μας ήταν μια «ποδιά» με κουμπιά, μανίκια και γιακαδάκι από αλατζαδένιο ύφασμα - την πλησίασε και έκθαμβος την είδε να σταυροκοπιέται και να ακούει με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια. Έλα, της λέει, μάνα. Τι κάνεις εδώ; Εκείνη του έγνεψε σιωπή και μετά από λίγο πήγε για ύπνο. Ο αδερφός μου δεν πονηρεύτηκε να τη ρωτήσει γιατί έκανε τον σταυρό της, επειδή στην αυλή μας είχανε φωλιές οι λαγοί και πιθανόν να τους θαύμαζε.

Την επομένη το απόγευμα που επιστρέφαμε από το σχολείο, ακούσαμε τη μάνα μας να διηγείται στις γειτόνισσες που ήρθαν για καφέ ότι, πριν ανέβει με τα παιδιά για ύπνο, τακτοποίησε τα κεράκια που άναβαν για τη γιορτή του Αγίου Νικολάου και άκουσε ψαλμωδίες στο μεγάλο δωμάτιο της αυλής με τις συκιές. Δεν χρειάστηκε, λέει, να ανάψει το ηλεκτρικό, γιατί το σπιτάκι φωτιζόταν με ένα αλλιώτικο φως. Κατέβηκε κάτω την ώρα που ψαλλόταν το τροπάριο του Αγίου Νικολάου και είδε τις σκιές τριών σωμάτων και λέει η μάνα μου, ποιος σας έφερε εδώ; Και οι δυο γέροντες που ήταν ο Άγιος Αντώνης και ο Άγιος Σάββας, έδειξαν τον Άγιο Νικόλα. Επειδή η ψαλμωδία συνεχιζόταν, ανέβηκε η μάνα μου στο επάνω σκαλοπάτι και κάθισε. Όταν έσβησε το αλλιώτικο φως με το οποίο φωτιζόταν το σπιτάκι κατά τη διάρκεια της Άγιας Επίσκεψης των τριών Αγίων, πήρε τον αδελφό μου και ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο. 

Οι άνθρωποι τότε ήταν αγνοί και πίστευαν άδολα κι έβλεπαν τους αγίους στον ύπνο τους και στον ξύπνιο τους. Να τί μας διηγήθηκε ο θείος μου, ο Γιάννης Γερογιάννης, τρίτος μηχανικός στα εμπορικά πλοία. Συναντηθήκαμε το 1932 στη Μαδαγασκάρη, που τα πλοία μας φόρτωναν μετάλλευμα με προορισμό το Αμβούργο της Γερμανίας. Το βραδάκι, με την παύση της εργασίας, πήγαμε στην μπιραρία του ντόκου για να βρούμε και τους άλλους του πληρώματος. Μετά από κάμποσες μπίρες που ήπιαμε, αρχίσαμε τις ιστορίες. Ο παλιότερος της παρέας ήταν ένας ναύτης – εμιτζής – που λεγόταν Τρύφωνας. Διηγείτο, λοιπόν, πως είδε στον ύπνο του τον Άγιο Τρύφωνα, ο οποίος του έλεγε, είμαι στο χωριό της επάνω μεριάς, κάτω από τη μεγάλη αγριελιά και να έρθετε να με βγάλετε. Εγώ δεν έδινα και μεγάλη σημασία μια που ο ναύτης Αλέξης για να γελάσουμε είπε την κουβέντα του, Τρύφωνα, ο πισινός σου θα ήταν ξεσκέπαστος. Συνεχίζοντας ο Τρύφωνας είπε πως στο χωριό, ο πρόεδρος έκανε ένα πανηγύρι για τη γιορτή των σταφυλιών κι εκεί που γλεντούσανε ο Τρύφωνας πήγε κάτω από τη σκιά της αγριελιάς και τον πήρε ο ύπνος. Άξαφνα σηκώνεται τρομαγμένος και άρχισε να φωνάζει, Ρε, παιδιά, είναι η δεύτερη φορά που ονειρεύομαι εδώ στην αγριελιά τον Άγιο Τρύφωνα. Μα ήταν τόσο τρομαγμένος που ο πρόεδρος του χωριού λέει ότι κάτι κι εγώ τώρα άρχισα να αισθάνομαι όση ώρα ο Τρύφωνας λέει το όνειρό του. Αμέσως άρχισαν να σκάβουν στο σημείο που ο Τρύφωνας τους έδειξε. 

Σκάβοντας με προσοχή έφτασαν κάπου, που το χώμα ήταν μαλακό. Κι ο Τρύφωνας τότε άρχισε να το σκαλίζει με τα χέρια του, Κι άξαφνα μπερδεύτηκαν τα δάχτυλά του. Σκαλίζει με περισσότερη προσοχή και συγχρόνως με φόβο και έβγαλε το εικόνισμα και παρατήρησε ότι ήταν ολοκάθαρο, παρόλο που ήταν σκεπασμένο με χώμα τόσα χρόνια. Ο πρόεδρος τότε κάλεσε όλους τους κατοίκους του χωριού και τους είπε ότι πρέπει να χτίσουμε την εκκλησία του Αγίου και επειδή θα χρειαστούνε πολλά λεφτά θα είναι η μόνη αιτία που θα μας καθυστερήσει. Την επομένη άρχισαν οι χωρικοί να σκάβουν στο σημείο που βρέθηκε η εικόνα για τα θεμέλια της εκκλησίας. Έκαναν και έρανο μεταξύ τους και μέσα σε έξι μήνες χτίστηκε το εκκλησάκι και στα εγκαίνια ήρθε κι ο Δεσπότης και έγινε μια ωραία λειτουργία. Οι χωρικοί έκλαιγαν από χαρά. Το εκκλησάκι έλαβε το όνομα του Αγίου και όλοι οι χωρικοί πανηγυρίζουν την άγια μέρα.

Κι ο θείος μου, ο τρίτος μηχανικός, σε μια επικίνδυνη τρικυμία που συνήθως κάνει ο Ατλαντικός, λέει ότι είδε ένα γηραλέο άνθρωπο, ο οποίος περπατούσε πάνω στην κουπαστή του παραπέτου της πλευράς του καταστρώματος και όπως σας το λέω, μου ήταν πολύ τρομαχτικό από φόβο μήπως ο γέρος, που άρχισε να γέρνει από το μπόντζι του πλοίου, παραπατούσε κι έπεφτε στον φουρτουνιασμένο ωκεανό. Πετάχτηκα από το γιατάκι μου και βρέθηκα κοντά σε μια σκιά, όμως γνώρισα το πρόσωπό του. Σταυροκοπήθηκα και είπα, Άγιε Νικόλα, Προστάτη μας, και τη σκιά δεν την έβλεπα πλέον. Γύρισα στο δωμάτιό μου γιατί ήμουν με τις πιτζάμες, και όταν έπεσα στο κρεβάτι μου ύστερα από κάμποση ώρα αισθάνθηκα ότι ούτε το βαπόρι μποτζάριζε ούτε και ο δυνατός μαΐστρος σφύριζε στην αρματωσιά του πλοίου. 


Add: 2026-07-14 11:27:29 - Upd: 2026-07-14 11:27:29