Κάθε εποχή έχει τον τρόπο της να φέρεται απάνθρωπα. Και ο καπετάν Τάσος, άκων, έγινε αποδέκτης των απάνθρωπων συμφορών της εποχής του. Από τα ξένοιαστα παιδικά του χρόνια στη Σύρο βρέθηκε, εκών, στα καράβια και επέτρεψε να κυβερνά τη ζωή του το άγνωστο, η τύχη, και αργότερα η τρέλα του πολέμου, όταν ο ορίζοντας γινόταν τρομαχτικός, ο άνεμος αλυχτούσε εφιαλτικά και ο υπόκωφος απόηχος των εχθρικών υποβρυχίων στη μέση του Ατλαντικού παρέλυε το είναι του.
Όμως, η μετάλλαξη που συγχρόνως συνέβαινε μέσα του τον αφύπνιζε· του απαγόρευε να αισθανθεί την ηχηρή παρουσία του θανάτου. Τον μετέτρεπε στον υπεράνθρωπο που πάση θυσία έπρεπε να φέρει σε πέρας την αποστολή του: να φθάσει σώα και αβλαβής η νηοπομπή στο λιμάνι του προορισμού, κομίζοντας την ελπίδα με τη μορφή τροφίμων και πολεμοφοδίων από τον ελεύθερο κόσμο του Νότου στον σκληρά δοκιμαζόμενο κόσμο του Βορρά.


