«Μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα κιόλας, θα κάνω την απόπειρα να περιγράψω το χωριό», έτσι αρχίζει η Περιγραφή ενός χωριού της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (1901-1974) και είναι το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως που μεταφράζεται στα ελληνικά. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1966, θεωρείται μοναδικό στο σύνολο του έργου της και επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση της: «ο δρόμος μου στην ποίηση με οδήγησε από τη φύση στους ανθρώπους».
Η ίδια η συγγραφέας τόνιζε ότι το ουσιαστικά δημιουργικό στην Περιγραφή ενός χωριού ήταν ότι το ίδιο το θέμα της καθόρισε τη φόρμα του και ότι χάρη στη φόρμα του αυτή δεν θύμιζε και δεν θα θύμιζε και στο μέλλον κανένα άλλο έργο της. Από το επίκεντρό του, βέβαια, δεν θα μπορούσε να λείπει η συλλογική γερμανική ενοχή για τα εγκλήματα του ναζισμού, την οποία η συγγραφέας συμπυκνώνει σε μία φράση: «όταν εμείς κάναμε πως κοιμόμαστε».
Η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς γεννήθηκε στην Καρσλρούη και πέθανε στη Φρανκφούρτη. Το χωριό, όπου η οικογένεια είχε ένα αγρόκτημα, το γνώρισε στην εφηβεία της και το επισκεπτόταν σε διάφορες περιόδους της ζωής της. Έγραψε ποίηση, πεζογραφία, ραδιοφωνικά έργα και δοκίμια. Αν και η κριτική την κατέταξε πολύ γρήγορα στη «λογοτεχνία των ερειπίων», η ίδια το αρνούνταν και μιλώντας για το έργο της θα έλεγε: «παντού προσπαθούσα να στρέψω τη ματιά του αναγνώστη σ’ αυτό που ήταν σημαντικό για μένα, στις θαυμάσιες δυνατότητες του ανθρώπου, στους θανάσιμους κινδύνους του και στη συγκλονιστική πληρότητα του κόσμου». Και αλλού θα έγραφε: «Εγώ βλέπω κι ακούω, ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου και τεντώνω τ’ αυτιά μου, προσπαθώ ό,τι βλέπω κι ακούω να το κάνω βούκινο, ακούσατε, ακούσατε».


