Σ’ αυτήν, εν τέλει, την ελάχιστη απόσταση των χρόνων και των εποχών, κάπου στα μισά της αιωνόβιας διαδρομής, στη δεκαετία του ’70, δύο έφηβοι ψάχνουν να βρουν το δικό τους μονοπάτι μέσα από έναν νέο κόσμο που προβάλλει. Η νεολαία της Αθήνας έχει ήδη σπάσει όλα τα παλιά δεσμά και ορμάει ασυγκράτητη στον αμερικανικό τρόπο ζωής. Μακριά μαλλιά, τζιν παντελόνια, Coca Cola, ροκ μουσική, αλκοόλ, σεξ, Marlboro τσιγάρα και μαριχουάνα είναι τα μοντέρνα προϊόντα που παράγουν τα νεόκτιστα εργοστάσια της προηγμένης εποχής. Ο Θεόφιλος, γόνος μιας πάλαι ποτέ αρχοντικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, και ο Νώντας, παιδί λαϊκής περιοχής του Πειραιά, ενώνουν τις ηλιόλουστες μοναξιές τους και ζουν τη συναρπαστική εφηβεία τους. Διψούν τον καιρό τους. Στο ένα και μοναδικό καλοκαίρι τους, κολυμπούν στην ίδια θάλασσα. Ζουν μαζί σ’ ένα νησί τα κεχριμπαρένια μεσημέρια, τα πορφυρά ηλιοβασιλέματα, τις αστροφώτιστες νύχτες. Ονειρεύονται και μεθούν στα όνειρά τους. Και συζητούν ατέλειωτες ώρες τους πόθους τους… Ώσπου, εκεί που τραγουδούσαν τα πουλιά, εκεί που γελούσαν οι πέτρες και τα νερά, ήρθε το αναπάντεχο. Ο θάνατος.
Χρειάστηκε να ’ρθει το σήμερα, να περάσει από τότε μισός αιώνας βασανιστικής συγκατοίκησης –της σκληρής πραγματικότητας και της θλιβερής απώλειας– για να απαντηθεί
επαρκώς το ερώτημα εάν ο θάνατος είναι το τέλος ή η αρχή μιας αληθινής φιλίας – ο οριστικός χωρισμός ή η αιωνιότητα των αναμνήσεων.


