εισπνοή
Πάντοτε αναρωτιόμουν αν οι κενές σελίδες σε ένα βιβλίο ποίησης μένουν σκόπιμα άδειες. Έτσι ώστε το πλάσμα που περιπλανιέται στις σελίδες, πιτσιλισμένες με το αίμα των πολέμων, των τραγωδιών και της θλίψης, ή ποτισμένες με το μέλι της ευφορίας, της ευγνωμοσύνης και του έρωτα, να εμπνευστεί και να γράψει για τα δικά του βάσανα και τις χαρές. Να εξωτερικεύσει το δικό του ανέκφραστο και να ελαφρύνει τον εαυτό του από το αβάσταχτο βάρος που κουβαλάει το σώμα του. Φυσικά, δεν είμαι και τόσο αφελής, αν και κάποτε παιδί με γέρικη ψυχή και τώρα ένα ενήλικο παιδί, ήξερα ότι η πρόθεση ήταν διαφορετική. Ανεξαρτήτως! Πάντα μου άρεσε να ζω σε μια φαντασίωση που επιμελούμουν στοργικά για τον εαυτό μου. Γιατί τόση επιμονή με την πραγματικότητα; Στο τέλος της ημέρας, η αντίληψή μας για τον κόσμο ξεχειλίζει από τις επιθυμίες, τα όνειρα και τις φαντασιώσεις μας. Πάντα είμαστε πιο κοντά στο συμβολικό απ’ ό,τι στο πραγματικό, κι ας μην το καταλαβαίνουμε. Έτσι, λοιπόν, σκίζω τις γυμνές σελίδες από τα αγαπημένα βιβλία μου ώστε να εκφράσω τον πόνο που μας ενώνει. Να δω για λίγο τη ζωή αλλιώς. Και να αισθανθώ τον εαυτό μου.
εκπνοή
*
ΔΑΚΡΥ ΚΑΘΑΡΤΙΚΟ
Θέλω να χαθώ
έτσι όπως χάνονται οι παιδικές αναμνήσεις.
Να δραπετεύσω
χωρίς να με καταλάβει κανείς
κάπου μακριά
πριν την ηλικία της ντροπής
σε έναν τόπο έστω και φανταστικό.
Σε ένα δάσος
δίπλα από μια μαύρη λίμνη
κάτω από το λυκόφως…
να ανοίξω μια τρύπα κοντά στα δέντρα
όπου θα ψιθυρίσω όλα τα μυστικά.
Ό,τι δεν είναι δικό μου
παρόλο που τα χέρια μου ρίχνουν το χώμα
ώστε χλόη να ανθίσει.
Και να κλάψω
σαν σιντριβάνι
να κλάψω μέχρι να αλλάξει αυτή η σκυθρωπή έκφραση
που έχει αναπαυθεί στο πρόσωπό μου
και τη συναντώ κάθε βράδυ.
Να κλάψω μέχρι να τα ξεχάσω όλα
ώσπου δάκρυα να χαϊδέψουν τα μάγουλά μου
και η πικρίλα τους με θεραπεύσει.
Γιατί όταν δεν εξωτερικεύεται η ψυχή
ανά πάσα θυσία και με άλογη επιμονή
χάνεται… στα αδιέξοδα του νου
εγκλωβίζεται στον λαβύρινθο του στομαχιού
και κάθεται μέσα σου
περιμένοντας
να ανοίξεις τα μάτια της.
Ναι, να ρίξω έναν σπαραγμό
μες στην απόλυτη σιωπή
που ή θα με σκοτώσει ή θα με αφήσει ελεύθερο,
γιατί η καρδιά δεν είναι φτιαγμένη να βαστάει τόσον πόνο
αλλά να χτυπά.
*
ΤΟ ΓΙΟΥΣΟΥΡΟΥΜ
Σε μια ασήμαντα όμορφη γωνιά της πόλης
με πολυκατοικίες γεμάτες με τατουάζ,
μια ζωηρή λάμπα στεγάζει ένα παλαιοπωλείο.
Στην είσοδο κοντοστέκεται ένα ξύλινο κομοδίνο
που κρατά στους ώμους του έναν μπαρόκ καθρέφτη
αντανακλώντας τις βόλτες των περαστικών.
Πιο δίπλα, η γραφομηχανή που τα στηρίζει
βαριά απολαμβάνει τη σύνταξή της.
Στο δεξί παράθυρο τα χλωμά βάζα
άδεια από λουλούδια
την ύπαρξή τους αναστοχάζονται.
Στη γωνία πολλά έργα ζωγραφικής
πίνακες με νεκρή φύση, με ειδυλλιακά τοπία και πρόσωπα κλασικά
περιμένουν κάποιον εραστή στον τοίχο να τους καρφώσει.
Στα αριστερά τα αμπαζούρ
κρατάνε αποστάσεις το ένα από το άλλο
μήπως κάποιο γεννήσει καμιά φαεινή ιδέα.
Στο βάθος μια λεπτοκαμωμένη κρεμάστρα
επιδεικνύει τις δερμάτινες ζώνες και τις τσάντες της
στα πόδια της διάφορες παλιές συσκευές
ξεμπερδεύουν τα καλώδιά τους.
Στον τοίχο χαλιά με μοτίβα όρθια καμπουριάζουν
από κάτω ζώνες φίδια και παρδαλές γραβάτες,
αναπαύονται μέσα σε μια ξεθωριασμένη ταξιδιωτική βαλίτσα.
Από κάποιον άλλο δρόμο ακούγεται τζαζ
ο παλαιοπώλης έχει στήσει μαγευτικά τον θησαυρό του.
*
ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Στο σκοτεινό ξέφωτο όπου συναντηθήκαμε, σου
ζήτησα τα μυστικά σου να φυλάξεις στο συρτάρι μου,
και τα βράδια που ο κόσμος στα παράθυρα σιωπά
να μου ξεδιπλώσεις τις πλεξούδες και τους κόμπους σου.
Και εγώ, μεθυσμένος από του ονείρου το χρώμα,
την κόκκινη κλωστή σου θα τραβούσα προς τα εσένα,
να σε ψάχνω στων ψυχών μας τον λαβύρινθο.
Στα αδιέξοδα ακούγοντας το καρδιοχτύπι σου
άλλοτε σε νιώθω κοντά χωρίς να σε βλέπω, σε ακούω
γελάς, κλαις, ονειρεύεσαι, διχάζεσαι και ουρλιάζεις.
Αν μπορούσα τη θλίψη σου να πιω σε ένα ποτήρι
σαν φθηνό αλκοόλ το φαρμάκι θα κατέβαζα
και τον δρόμο σου θα βοηθούσα να βρεις. Αλλά,
δεν ξέρω, Αριάδνη, όταν εγώ τον δαυλό σού δώσω
αν εσύ μπροστά σου θα δεις Θησέα ή Μινώταυρο
Παρακαλώ, συμπληρώστε το email σας και πατήστε αποστολή.