Ταϊβάν
Ημερολόγιο ταξιδιού
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-361-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 5/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Κινεζική
Ενιαία τιμή έως 30/11/2027
€ 15.90 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 362 σελ.
Περιγραφή
Μάιος 1938. Η νεαρή Ιαπωνίδα συγγραφέας Αογιάμα Τσίζουκο ταξιδεύει στην Ταϊβάν, προσκεκλημένη της ιαπωνικής διοίκησης του νησιού. Εκεί, θα γνωρίσει την Ταϊβανέζα Τσίζουρου, η οποία αναλαμβάνει χρέη διερμηνέα. Μαζί της, η Αογιάμα θα γνωρίσει την αληθινή ζωή του νησιού: γραφικές διαδρομές με το τρένο, γεύσεις και αρώματα που τη σαγηνεύουν, από ρύζι με χοιρινό μπρεζέ μέχρι τσάι χειμωνιάτικου πεπονιού. Καθώς οι δυο τους έρχονται όλο και πιο κοντά, η Τσίζουκο γοητεύεται βαθιά από τη μυστηριώδη συνοδό της. Όμως, πίσω από τις ευγενικές χειρονομίες και τις ζωηρές συζητήσεις, η Τσίζουρου δείχνει αποφασισμένη να κρατήσει τις αποστάσεις της.

Μια γλυκόπικρη ιστορία για τη σχέση δύο γυναικών, και μια απολαυστική εξερεύνηση του φαγητού, της γλώσσας, της ιστορίας και της εξουσίας στην Ταϊβάν, ένα λογοτεχνικό παιχνίδι που παίρνει τη μορφή μετάφρασης μιας παλιάς έκδοσης η οποία ανακαλύφθηκε ξανά μετά από καιρό.

Το μυθιστόρημα Ταϊβάν: Ημερολόγιο Ταξιδιού κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker 2026. Είναι το μοναδικό μεταφρασμένο βιβλίο από τα μανδαρινικά κινέζικα που κατακτά τη συγκεκριμένη διάκριση, ενώ για πρώτη φορά το βραβείο πηγαίνει σε συγγραφέα και μεταφράστρια από την Ταϊβάν.

ΚΟYΕ-ΤΣΙ / ΨΗΜEΝΑ ΣΠΟΡAΚΙΑ

Μια στιγμή. Τι συμβαίνει εδώ πέρα;»

Δεν άντεξα να μη σκεφτώ μεγαλόφωνα.

Καθώς, εκείνη τη στιγμή, ήταν λες κι είχα μεταφερθεί πίσω εν μέσω παράστασης του Μαγικού Θιάσου της Σιοκιγιοκουσάι Τεγκάτσου.

Είχα συναντήσει τον Θίασο της Τεγκάτσου πολύ καιρό πριν, προτού καν αρχίσω το λύκειο. Ήταν σε περιοδεία και, τη μέρα που έφτασαν στο Ναγκασάκι, η θεία μου Κίκουκο κι εγώ πέσαμε πάνω στην παρέλαση των εγκαινίων.

Η πομπή αποτελούνταν από έναν μαγευτικό σχηματισμό με ρίκσο, ατέλειωτες σειρές με ρίκσο, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι – αρκετά για να αντιπαρατεθούν με ολόκληρο σύνταγμα στρατού. Η μπάντα ήταν ανεβασμένη στα μπροστινά ρίκσο, παίζοντας με ιδιαίτερο κέφι· μετά από αυτούς ακολουθούσαν οι γυναίκες ταχυδακτυλουργοί, φεγγοβολώντας και χαιρετώντας το πλήθος, φορώντας εκπληκτικό μακιγιάζ· ακολουθούνταν από τους άντρες ταχυδακτυλουργούς με τα ψηλά καπέλα. Άλλα μέλη του θιάσου ακολουθούσαν πεζά, περικυκλώνοντας και συνοδεύοντας τα ρίκσο. Κρατούσαν ψηλά σημαίες με έντονα χρώματα πάνω σε μακριά κοντάρια – λωρίδες πορφυρές, λευκές, βιολετί και κυανές, που δεν υστερούσαν καθόλου σε επιβλητικότητα σε σχέση με τη ζωηρή μουσική. Το στήθος μου κοπανιόταν και σηκωνόταν, λες κι υπήρχε κάτι δεμένο από τον ομφαλό μου κι έφτανε ψηλά στον ουρανό.

Και να με, δεκαετίες αργότερα, στο νησί-φυλάκιο της Ταϊβάν, να ξαναζώ αυτόν τον παλιό ρεμβασμό. Ήταν Μάιος, το 13ο έτος Σόγουα, κι ακόμη οι εικόνες και οι ήχοι που διάβαιναν μπροστά μου ήταν ακριβώς σαν του Μαγικού Θιάσου της Τεγκάτσου.

Σειρές κτιρίων σινικού στιλ από κόκκινο τούβλο απλώνονταν αδιάκοπα στο βάθος.

Στρογγυλές, κόκκινες βερμιγιόν λάμπες κρέμονταν από τις οροφές πλάι σε άλλες στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος σε σχήμα σπόρων.

Τετράγωνα λευκών μουσαμάδων άνθιζαν πάνω από το κεφάλι μου.

Πινακίδες κάντζι κάθε χρώματος και σχήματος πετάγονταν μπροστά στα μάτια μου.

Κι έπειτα πάγκοι: λαχανικά –απολύτως ξένα σε μένα– στοιβαγμένα σε πράσινους, κίτρινους, λευκούς λόφους.

Κρέας στο χρώμα του αίματος χαραγμένο σε λωρίδες, να κρέμεται από γάντζους σαν φρεσκοραμμένες ταπισερί.

Βότανα στο χρώμα της γης και του βάλτου, σε δεμάτια ή σκορπισμένα σε ψάθινα καλάθια ή σιγοβράζοντας σε παρασκευάσματα σαν πράσινο μελάνι.

Ένας πωλητής είχε μια επιβλητική σειρά από μεγάλα, γυάλινα βάζα που άστραφταν στο φως. Το καθένα περιείχε λιχουδιές που δεν μπορούσα να ονοματίσω: χλωμές κόκκινες, σκούρες κόκκινες, ανοιχτές κίτρινες, βαθιές κίτρινες, κατάμαυρες, πάλλευκες.

Υπήρχαν πολλοί πάγκοι όπου στεκόταν κόσμος κι έτρωγε γλυκά από μπολ σούπας, τα οποία περιείχαν γλυκίσματα σε μπουκίτσες. Ορισμένα ήταν λευκά και απαλά, κι άλλα κίτρινα και ημιδιάφανα· άλλα, πάλι, ήταν σαν ολοσκότεινα μαργαριτάρια.

Μέσα στο κατάστημα ενός μανάβη τσαμπιά μπανάνες αιωρούνταν πάνω από φρούτα σαν πράσινο τσάι και κόκκινο βερνίκι. Μπόρεσα μόνο να αναγνωρίσω μερικά από αυτά: καρπούζι, ροδάκινο και κάτι που ήταν μάλλον ναμούκα.

Τα μάτια μου δεν ήξεραν πού να πρωτοστραφούν.

Έξω από τον μεγαλοπρεπή Σταθμό Ταϊτσιού, ο ποταμός Μιντόρι κυλούσε σαν κορδέλα διασχίζοντας τη συνοικία Τατσίμπανα. Στην άλλη όχθη του ποταμού στεκόταν η Πρώτη Αγορά και το Ξενοδοχείο Ταϊτσιού. Τα πλήθη ήταν κι αυτά σαν το νερό· είχα έρθει εδώ, στη Λεωφόρο της Γέφυρας Κάντζιο, επειδή μου είχαν πει ότι εδώ ήταν που συγκεντρώνονταν οι Νησιώτες – και μόνο ο αριθμός των πεζών απέδειξε πως η πηγή μου ήταν σωστή. Παχιές ιτιές βρίσκονταν στη σειρά και στις δυο πλευρές του ποταμού, και το ίδιο το ρέμα λαμποκοπούσε με το σκίρτημα των κυμάτων. Ένιωσα να θαμπώνομαι και να ζαλίζομαι – ο μαγιάτικος ήλιος ήταν μια ρόδα καυτού φωτός που έκανε κάθε χρώμα πιο ζωηρό και κάθε άρωμα πιο διαπεραστικό. Η μυρωδιά του ποταμού, τα φυτά, το ωμό κρέας, τα βότανα, τα φρούτα – όλα συνέρρεαν κι εκτοξεύονταν σε μένα κάτω από τον βαθυγάλανο ουρανό.

Υπήρχε και κάτι άλλο ανάμεικτο μέσα σε εκείνο το ρεύμα: φωνές, ομιλία σε μια νησιωτική γλώσσα που δεν μπορούσα να καταλάβω.

«ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ;»

«Χ ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ!»

«ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ».

Το στομάχι μου ανέβηκε ως το στήθος. Τα χείλη μου δεν μπορούσαν παρά να φτάσουν ως τα αυτιά μου από χαρά.

Αχ – ώστε αυτή είναι η Ταϊβάν, η Χώρα του Νότου!


Add: 2026-06-30 10:55:21 - Upd: 2026-07-01 10:56:05