Μόνιτορ
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-355-8
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 5/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/11/2027
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 320 σελ.
Περιγραφή

Ο Κίμων Μελάς, γόνος εύπορης αλλά κάπως ατυχούς αθηναϊκής οικογένειας, με εξαίρετη και διάκριτη παιδεία και αρκετά επιλεγμένες γνωριμίες, εμπλέκεται σε μια τρομακτική συνωμοσία infotainment πέριξ του κατ’ εκείνον «ομφαλού της Γης», την Κυψέλη, με δορυφόρους άλλες συνοικίες της πόλης ένθεν και ένθεν του ποταμιού, και με μια τοιχογραφία από προσωπικότητες του ντόπιου και του διεθνούς υποκόσμου, αλλά και του υπερκόσμου.

Μια ρεαλιστική (ίσως και υπερρεαλιστική) απεικόνιση των σημερινών μέσων μαζικής α-κοινωνίας με πρωταγωνιστές καθημερινούς και μη χαρακτήρες, οι οποίοι ‒με αφορμή διάφορα «τυχαία» ατυχήματα‒ περνούν σαν σκιές μέσα από παλιές πολυκατοικίες, όχθες ποταμών και τσιμεντένια κέντρα επεξεργασίας δεδομένων και ειδήσεων.


Δημήτρης Λουκάς

Η ώρα πλησίαζε εντεκάμισι όταν πληκτρολόγησε τον κωδικό για να ανοίξει τη μεγάλη μεταλλική πόρτα της αυλής. Πέρασε μέσα και έριξε μια ματιά προς τα πάνω, για να απολαύσει την εικόνα του λευκού διώροφου νεοκλασικού κτιρίου. Έχοντας για φόντο το φεγγαρόφωτο και τα αμέτρητα αστέρια, έμοιαζε ψεύτικο και παραμυθένιο. Ανέβηκε κατευθείαν στο επάνω πάτωμα από την εξωτερική μαρμάρινη σκάλα και άνοιξε την πλαϊνή πόρτα για να μπει στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Το είχε αποφασίσει όσο επέστρεφε περπατώντας από το καλοκαιρινό σινεμά της γειτονιάς. Θα ήταν κρίμα να πέσει αμέσως για ύπνο, αφήνοντας να πάει χαμένη μια τέτοια βραδιά. Ρύθμισε προσεκτικά την ηχητική εγκατάσταση, έτσι ώστε να ακούγονται μόνο από τα ηχεία της ταράτσας τα «Χίλια τραγούδια που πρέπει να ακούσεις πριν πεθάνεις», και βγήκε έξω για να ανέβει τα υπόλοιπα σκαλοπάτια που οδηγούσαν επάνω. Όταν έφτασε, έβαλε τον κωδικό για να ανοίξει και αυτή την πόρτα και να πατήσει επιτέλους στα μπεζ-κεραμιδί καρό πλακάκια. Έριξε μια ματιά γύρω του και έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό ικανοποίησης. Τελικά, οι γιρλάντες των ηλιακών φωτιστικών έκαναν καλούτσικη δουλειά, σκέφτηκε, πλησιάζοντας στο ψυγείο που βρισκόταν κάτω από το στέγαστρο. Άνοιξε με μηχανικές κινήσεις το παγωμένο μπουκάλι με το λευκό γερμανικό κρασί και το ακούμπησε μαζί με ένα κολονάτο ποτήρι στο τραπεζάκι που βρισκόταν ανάμεσα στις πολυθρόνες. Όταν σερβιρίστηκε, αφού πρώτα το μύρισε, το άδειασε μονορούφι και το ξαναγέμισε χαμογελώντας. Κρατώντας το ποτήρι στο χέρι, απόλαυσε με θαυμασμό τη θέα που του πρόσφερε στο βάθος ο νυχτερινός ορίζοντας. Τα τραγούδια, ευτυχώς, ακούγονταν σύμφωνα με τη σειρά αρίθμησης, από εκεί που είχε διακόψει την πιο πρόσφατη ακρόαση. Ο βαρύγδουπος γενικός τίτλος που είχε δώσει στη συλλογή με τις επιλογές του ίσως παλιότερα να του φαινόταν παρατραβηγμένος, αλλά τώρα τον θεωρούσε απόλυτα ταιριαστό και πετυχημένο.

Βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα και, βοηθούμενος από τη γαλήνια ηρεμία που επικρατούσε, προσπάθησε να θυμηθεί τα συναισθήματα που του είχε προκαλέσει πριν λίγο η προβολή της παλιάς ταινίας. Η απόφασή του να την ξαναδεί για μία ακόμα φορά δεν είχε να κάνει καθόλου με την παραδοσιακή ελαφριά θερινή ψυχαγωγία, με τη συνοδεία μπίρας και τυρόπιτας. Ήταν καθαρά υπόθεση ξεκαθαρίσματος της θέσης του απέναντι στο φιλμ και στους συντελεστές του. Πρώτα απ’ όλα, αν και ο τίτλος του παρέπεμπε σε καταδίωξη, εκείνος δεν θα το κατέτασσε εύκολα σε αυτό το είδος. Τέλος πάντων, όμως, αυτό που μετρούσε ήταν ότι το είχε παρακολουθήσει για τρίτη φορά, χωρίς να βαρεθεί έστω και για μία στιγμή. Και αυτό παρά το γεγονός ότι ούτε εντόπισε τίποτα ερμηνείες που παλιά δεν είχε εκτιμήσει, ούτε αντιλήφθηκε να παίζονται τυχόν παράλληλα επίπεδα που όταν ήταν νεότερος του είχαν διαφύγει. Τουναντίον, είχε εντυπωσιαστεί από τον ίδιο του τον εαυτό, διαπιστώνοντας ότι θυμόταν ατόφιους κάποιους από τους σημαντικούς διαλόγους και λεπτομέρειες από αρκετές σκηνές. Αν και είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που είδε την ταινία για πρώτη φορά, ακόμη δεν μπορούσε να ξεχάσει την αναστάτωση που ένιωσε βγαίνοντας από το σινεμά. Ήταν τόσο καλοδουλεμένη η απεικόνιση του φανατισμού και της βίαιης κυριαρχίας του κατευθυνόμενου όχλου κάτω από την καθοδήγηση των διεφθαρμένων τοπικών αρχόντων, που του είχε προκαλέσει ταραχή. Τη δεύτερη φορά που την είδε, δέκα χρόνια μετά, βεβαιώθηκε για την κύρια αιτία της ενόχλησής του. Ήταν η ανοχή στην ανομία, την οποία είχε υιοθετήσει εξαρχής ο καθηλωτικός σταρ που υποδυόταν τον σερίφη. Στην ουσία, αυτή εμπόδισε το έργο να οδηγηθεί τελικά σε λυτρωτική κάθαρση. Ένας καλλιτέχνης του όγκου του, σκέφτηκε, θα μπορούσε να απαιτήσει πιο ενεργή συμμετοχή στα δρώμενα και να επιβάλει τον νόμο, αντί να προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες. Το είχε κάνει μετά από χρόνια, και μάλιστα χωρίς να έχει καμία νομιμοποίηση, ως αρχηγός της μαφίας, στη γνωστή σχετική τριλογία. Πιθανότατα αυτός, μάλλον, θα ήταν και ο λόγος που οι θαυμαστές του σχεδόν ποτέ δεν επικαλούνταν αυτόν τον ρόλο όποτε αναφέρονταν στις κορυφαίες του ερμηνείες. Ακόμα, πάντως, και όταν ο ίδιος ο πρωταγωνιστής είχε παραδεχτεί αργότερα ότι το μόνο που του είχε ζητηθεί να κάνει στα γυρίσματα της ταινίας ήταν να γυροφέρνει, οι κριτικοί θεώρησαν ότι αυτή ήταν μια από τις καλύτερες ερμηνείες του. Αν και ο ίδιος είχε δηλώσει σκωπτικά ότι «έμοιαζε με παλιό φανοκόρο, ο οποίος έκανε απλά διαδρομές στη βάρδιά του». Αυτή η αυτοσαρκαστική παραδοχή, η οποία λειτούργησε έμμεσα και ως απολογία, είχε κάνει κι εκείνον να μη διακόψει το συναισθηματικό του δέσιμο, ούτε με τον ηθοποιό ούτε με την ταινία. Αποφάσισε, λοιπόν, να τη δει για τρίτη φορά απόψε, εντελώς ανεπηρέαστος, και τελικά δεν το είχε μετανιώσει.

Με αυτές τις όμορφες σκέψεις, και καθώς η ώρα περνούσε, η ατμόσφαιρα χαλάρωσης που είχε δημιουργηθεί τον προκάλεσε να κλείσει τα μάτια και να αφοσιωθεί καλύτερα στην απόλαυση της μουσικής. Ήταν το τέλειο φινάλε μιας ακόμα εβδομάδας την οποία είχε ζήσει όπως ακριβώς επιθυμούσε. Ίσως πολύ απλοϊκά για κάποιους, αλλά για εκείνον ανεκτίμητα, με όλη τη σημασία της λέξης.

«Ήρεμα!»

Η φωνή που ακούστηκε πίσω του ήταν επιτακτική, αν και σχεδόν ψιθυριστή. Τον βρήκε απροετοίμαστο και τον ξάφνιασε, αφού ποτέ δεν είχε σκεφτεί σοβαρά ποια τακτική θα ακολουθούσε αν έβλεπε ξαφνικά μέσα στο σπίτι κάποιον μπουκαδόρο. Και να που είχε έρθει η στιγμή που ίσως αυτό να του φαινόταν χρήσιμο. Πίστευε, όμως, γενικά, ότι κάθε συγκροτημένος χαρακτήρας οφείλει να μην πανικοβάλλεται, προκειμένου να παίρνει ορθές αποφάσεις.

«Μπήκες εντελώς αθόρυβα» σχολίασε, προσέχοντας να κρατήσει τη φωνή του όσο πιο σταθερή γινόταν. 

«Είμαι καλός σ’ αυτό» αποκρίθηκε μια σκιά, που κινήθηκε λίγο προς το μέρος του.

Ο εισβολέας πλησίασε αρκετά και στάθηκε έξω από το σκοτάδι, τόσο που κατάφερε να διακρίνει αρκετά καλά τα χαρακτηριστικά του. Ήταν ένας αρκετά σωματώδης μεσήλικας, που δεν έδειχνε και πολύ ευκίνητος. Το πιστόλι όμως που κρατούσε προτεταμένο σίγουρα δημιουργούσε μια σημαντική διαφορά μεταξύ τους. Συν τοις άλλοις, ο σιγαστήρας που είχε στην κάννη του το έκανε να δείχνει μεγαλύτερο και τρομακτικότερο. Η φωνή του άγνωστου είχε ακουστεί μπάσα και σίγουρη, χωρίς προσπάθεια επιτηδευμένης ψευτοπαλικαριάς, και αυτό δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικό σημάδι. Κάτι άλλο που επίσης δεν του άρεσε ήταν ότι ο άλλος δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει το πρόσωπό του από τη στιγμή που είχε κάνει γνωστή την παρουσία του. Τα προφανή αυτά συμπτώματα, σκέφτηκε, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πολύ επιβλαβείς καταστάσεις για την υγεία του· οπότε επιχείρησε να βεβαιωθεί.

«Υποθέτω ότι θέλεις να μάθεις πού βρίσκονται τα μετρητά και ό,τι άλλο αξίζει τον κόπο να πάρεις από δω» είπε με συμβιβαστικό τόνο.


Add: 2026-06-22 11:27:56 - Upd: 2026-06-22 11:27:56