Πολιτική
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88518-0-1
Noėma, Αθήνα, 5/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αγγλική
Ενιαία τιμή έως 30/11/2027
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 266 σελ.
Περιγραφή

Μια περιοχή της Μέσης Ανατολής σπαράσσεται από ένοπλες συγκρούσεις. Οικογένειες διαλύονται και επανενώνονται, και το χάσμα ανάμεσα σε όσους βρίσκονται στις δύο πλευρές του πολέμου ολοένα και βαθαίνει. Ο Αμπντουλάχ, παρά την αντίθεση της συζύγου του, Χαντίτζα, θα ξεκινήσει έναν αγώνα τον οποίο θα συνεχίσει μετά τον θάνατό του η κόρη τους, Γιασμίν. Με ύφος μελαγχολικό και αποσπασματική γραφή, η αφήγηση εστιάζει στους καθημερινούς ανθρώπους: σε αυτούς που μένουν πίσω, σε εκείνους που φεύγουν, σε όσους δεν τολμούν και σε άλλους που μετανιώνουν. Οι ιστορίες τους αλληλοσυνδέονται, συνθέτοντας το πορτρέτο μιας κοινωνίας στα όριά της. Ακόμα κι όταν τα όπλα σωπάσουν, τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.

Τι σημασία είχε το σχολείο εν μέσω πολέμου;

Ο πατέρας του Τζαμάλ τού είπε να τρώει το φαγητό του και να φροντίσει να πηγαίνει στο σχολείο. «Για να υπάρχουν απόψεις να τρέφουν το κεφάλι σου. Ειδάλλως θα κάνουμε τα ίδια λάθη ξανά και ξανά, όπως εκείνες οι ψυχές που βρίσκονται παγιδευμένες στην Ανατολή».

Ο Τζαμάλ δεν ήταν σίγουρος πού ήταν αυτή η Ανατολή, όμως ήξερε πως βρισκόταν κάπου πέρα από τις σκοτούρες της ζωής του.

Και ποιες ήταν οι σκοτούρες της ζωής του;

Ήταν μικρός και ο στρατός δεν τον χρειαζόταν.

Κόσμος πέθαινε καθημερινά για τις απόψεις του κι εκείνος πήγαινε στο σχολείο με τα πόδια επειδή τον ανάγκαζε ο πατέρας του, τον οποίο δεν μπορούσε να κάνει να καταλάβει την οπτική του όσο και αν διαπληκτίζονταν για τις απόψεις.

«Άσε με να μπω σε μια ομάδα. Μπορώ να φανώ χρήσιμος. Μπορώ να κρατήσω όπλο».

Ο πατέρας του Τζαμάλ σταμάτησε να ανακατώνει τα μαλλιά του, κι εκείνος κατάλαβε πως συγκρατούσε τον εαυτό του.

«Για κάποιες απόψεις αξίζει να αγωνιστείς, αλλά λίγες αξίζουν τη ζωή σου».

Ο πατέρας του χρησιμοποιούσε αυτή την ατάκα, κι έτσι τερμάτιζε τη συζήτηση κάθε φορά. Ο Τζαμάλ προσπαθούσε να σκαρφιστεί κάποιον τρόπο να ανταποκριθεί, μα όλες του οι απαντήσεις έσβηναν, οπότε για τώρα ο πατέρας του κέρδιζε όλους τους γύρους των λογομαχιών τους.

Ήξερε πως για την ώρα έπρεπε να πηγαίνει σχολείο μέχρι να καταλάβει αυτή την αναφορά στην Ανατολή, και τότε κάποια μέρα ο Τζαμάλ θα κατάφερνε να διατυπώσει ένα επιχείρημα που θα αποστόμωνε τον πατέρα του, έτσι ώστε η ζωή του να του ανήκει και να ξεκινήσει κανονικά.

Ο πατέρας του πεθαίνει. Έχει πέσει στο κρεβάτι και περιμένει το τέλος του. «Μην ανησυχείς για γιατρούς και νοσοκομεία. Θέλω να πεθάνω εδώ, στο σπίτι μου».

Ο Τζαμάλ κρατά το χέρι του πατέρα του, αφού έτσι φαίνεται πως πρέπει.

Ο πατέρας του Τζαμάλ τραβά απότομα το χέρι του. «Πεθαίνω, αλλά δεν είναι ακόμη η ώρα μου. Πήγαινε να μου φέρεις λίγο τσάι».

Εκείνος φτιάχνει το τσάι, ετοιμάζει για τον καθέναν τους ένα φλιτζάνι, αναρωτιέται πόσο ακόμα θα πάρει στη μητέρα του να επιστρέψει από την αγορά, για πόσο ακόμα θα αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις του πατέρα του.

«Είσαι άνετα;»

«Αν είμαι άνετα;» βρυχάται ο πατέρας του. «Αν είμαι άνετα; Εγώ πεθαίνω, κι εσύ με ρωτάς αν είμαι άνετα;»

Ο Τζαμάλ στρέφει το βλέμμα προς το ταβάνι και περιμένει να ηρεμήσει ο πατέρας του. Αυτό παίρνει κάμποση ώρα. Ο πατέρας του μουρμουρίζει μέσα από το τσάι του, ουρλιάζει όταν ερωτάται κάτι που δεν του αρέσει.

«Θα σε εξόριζα στη Σιβηρία αν μπορούσα».

Αργότερα, ο Τζαμάλ ψάχνει τη Σιβηρία στον άτλαντα. Βρίσκεται μακριά, κι εκείνος θέλει να μάθει αν είναι χώρα ή περιοχή. Ψάχνει στις άλλες σελίδες, ψάχνει στα άλλα βιβλία, αλλά δεν μπορεί να καταλάβει, ενώ αυτός που ξέρει την απάντηση θα εκραγεί και θα διακόψει κάθε συζήτηση επειδή τον μεταχειρίζονται σαν να είναι ήδη νεκρός.

Ο Τζαμάλ σκέφτεται να ρωτήσει κάποιον δάσκαλο, κάποιον καθηγητή, μια μέρα. Αποθηκεύει αυτή την ερώτηση στο πίσω μέρος του μυαλού του και περιμένει ένα μέλλον στο οποίο θα μπορεί να την κάνει δίχως να χρειαστεί να αντιμετωπίσει την οργή του πατέρα του.

Αυτή ήταν η επανάσταση;

Ο Τζαμάλ κοιτούσε τους άνδρες να τρώνε μέσα από κονσέρβες, με τα κεφάλια τους στραμμένα προς την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο που κατείχαν εκείνοι στις παρυφές.

Ήταν ήρεμα, πολύ ήρεμα.

Δεν επιτρέπονταν τα όπλα σε χώρους συνάθροισης πολιτών, οπότε εδώ βρίσκονταν μόνο τα μικρότερα όσο οι άνδρες αναπαύονταν.

Υπήρχε κι ένα παιχνίδι με κάρτες. Έμοιαζε με ξερή.

Υπήρχε και μια ομάδα ανθρώπων που προσευχόταν και, μόλις αυτοί τελείωναν, άρχιζε μία άλλη. Η γωνιά της προσευχής σπάνια έμενε αδειανή αυτές τις μέρες, ενώ το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και γι’ αυτό το σπίτι.

Ήταν το σπίτι του Αμπντουλάχ, για τα ίχνη του οποίου γινόταν ντόρος, όμως ήταν όλα φήμες και παρέμεναν αναπόδεικτες.

Σύντομα, θα επέστρεφε.

Σύντομα θα ερχόταν, και να που ήρθε.

Ο Αμπντουλάχ ήταν μία από τις πρωταρχικές φιγούρες. Ήταν ένας θρύλος αλλά, αν τον έψαχνες, μάθαινες ότι είχε σάρκα και οστά.

Ο Τζαμάλ είχε μιλήσει στον Αμπντουλάχ την πρώτη κιόλας μέρα. Τον αποκάλεσε «κύριο» και ύστερα συνειδητοποίησε ότι κανείς δεν αναφερόταν σε κείνον κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως οι άνδρες που τον άκουσαν δεν γέλασαν.

Την πρώτη του νύχτα, έμεινε ξύπνιος και τους σκεφτόταν να γελούν πίσω από την πλάτη του, όμως την επόμενη μέρα δεν μπόρεσε να βρει αποδείξεις περί αυτού, κι έτσι σταδιακά εγκατέλειψε την ιδέα, συνειδητοποιώντας πως τον θεωρούσαν δικό τους.

Του έδιναν ψωμί, του έδιναν κρέας, του ζητούσαν να συμμετέχει στην ομάδα τους στα χαρτιά, τον σκουντούσαν όταν πήγαιναν για προσευχή. Οι άνδρες αφιέρωσαν χρόνο στο να του μάθουν πώς να πυροβολεί, πώς να στρίβει ένα τσιγάρο. Ο πατέρας του θα τον έλιωνε που κάπνιζε. Αν, βέβαια, κατάφερνε να γυρίσει ποτέ στο σπίτι.

Ο Αμπντουλάχ κάθισε στη θέση που ανεπισήμως του ανήκε, η οποία παρέμενε άδεια ακόμα κι αν οι άνδρες έπρεπε να καθίσουν στο πάτωμα. Πάντα φαινόταν καθαρός, ανεξαρτήτως του πόσο βρόμικη ήταν η μέρα. Αυτό ο Τζαμάλ το ανέφερε σε κάποιον και η απάντηση ήταν: «Το ότι είμαστε μαχητές δεν σημαίνει πως ζούμε σαν τα γουρούνια».

Ο Αμπντουλάχ με την περιποιημένη του γενειάδα, ο Αμπντουλάχ με το πουκάμισό του μέσα από το παντελόνι.

«Έχουμε χάσει πολλούς άνδρες σήμερα. Θα γίνουν κηδείες, αλλά όχι αντίποινα μόνο και μόνο για να δούμε τον ίδιο αριθμό από δικούς τους νεκρούς. Θα επισκεφτούμε τις οικογένειες και θα εξασφαλίσουμε πως θα λάβουν τη βοήθεια που χρειάζονται. Κρατήστε τα όπλα σας κοντά, για την περίπτωση που αυτή η κατάσταση θα γίνει αντιληπτή ως η κατάλληλη στιγμή για επίθεση. Θα υπάρξει κόσμος που θα θελήσει να πάρει μέρος στον αγώνα μας. Να θυμάστε: Δεν έχουν σημασία οι αριθμοί, αλλά το να έχουμε ανθρώπους στους μπορούμε να εμπιστευτούμε τη ζωή μας».

Ο Αμπντουλάχ κατέβασε το βλέμμα προς το πιάτο του όταν κάποιος ζήτησε τα ονόματα των ανδρών.

«Αμπντούλ-Ραζάκ, Χάμζα, Αχμέτ Ζέιν, Ταρίκ ιμπν Ιζεντίν».

Παρέμειναν σιωπηλοί και έφαγαν δίχως κουβέντα. Κάποιοι έφυγαν. Κάποιοι προσευχήθηκαν. Κάποιοι συνέχισαν το παιχνίδι με την τράπουλα.

Αργότερα, ο Τζαμάλ θεώρησε αυτό το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής του.

Η οργή μπορούσε να είναι σιωπηλή. Η οργή μπορούσε να είναι το εσωτερικό ουρλιαχτό.

Ο οργή μπορούσε να είναι η υπομονή όσο έθαβαν τους πεσόντες τους και συνέχιζαν τη ζωή τους.


Add: 2026-06-17 12:50:17 - Upd: 2026-06-17 12:50:17