Η ΠΕΔΙΑΔΑ
Αφήστε με να πετάξω στην Πεδιάδα της Σύγχυσης·
την κέλευθο του φωτός επέλεξα να διασχίσω –
μ’ επέλεξε, εννοώ… Πώς να σας το εξηγήσω;
Γνωστοί άγνωστοι μ’ αποχαιρετούν δακρύβρεχτα·
με ρωτάνε αν σκοπεύω να γυρίσω.
Δεν σκοπεύω τίποτα, τους απαντώ·
απλώς ήρθε η ώρα τον ρου μου ν’ αρχίσω.
Οι αυστηροί, με τη σιγουριά –δηλαδή την ανυπαρξία–
των πεπραγμένων τους λέν’ μπορώ καλύτερα
τις ιδέες εκείνες να λησμονήσω.
Αφήστε με, λέω, αφήστε με.
Αφήστε τα ερπετά να ματώσουν τον χρώτα μου
και τα πτηνά να φάνε τα ώτα μου,
ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων,
να ξέρω και γω γιατί πονάω, όταν πονώ.
Αυτά είναι μοιραία να πάθουν
όσοι περήφανα πετούν.
Ούτως ή άλλως, εδώ θα με φάτε εσείς.
Ναι, δεν έχω άλλη επιλογή·
δεν είναι καν δικιά μου η απόφαση –
η πεδιάδα σ’ επιλέγει.
Αλλά και εσύ… Το βλέμμα σου τανύεις ταραγμένη.
Στέκεσαι ενεή ενώπιον του εναρκτήριου ενδοιασμού,
ίσως, λένε, του μοναδικού.
Διάλεξε.
Δεν υπάρχει εκκίνηση άνευ παραδοχών·
γέννηση χωρίς αιματοχυσία·
αλλαγή δίχως ύβρη.
Δεν είναι όλα μάταια επειδή απλά κουράστηκες.
Όμως δες:
Το φως της είναι τα ξεψυχισμένα άστρα,
και ψηλάφισε:
η πάχνη της, τα δάκρυα όσων σ’ αυτήν αγκομαχούν,
και άκου:
τα ηχοτοπία της, οιμωγές απόγνωσης και ελπίδας,
και έλα:
μαζί να εκριζώσουμε τους βολβούς της αλήθειας,
να κάνουμε χώρο σε νέους, υπόγειους βλαστούς,
σε πιο επίπονους, πιο ουσιαστικούς.
Και εάν χαθείς στην Πεδιάδα της Σύγχυσης,
νιώσεις τα φτερά σου αδύναμα να
προσπαθούν να πεταρίσουν
και σε κάθε λυκαυγές η λογική σου ξεγλιστρήσει,
μην ξεχάσεις ποτέ γιατί ξεκίνησες·
ποιοι σου εμπόλιασαν την άτη!
Κάποιοι χλεύασαν τη θνητότητά τους
και βάλθηκαν να φθάσουν τον ήλιο·
δες τους τώρα, καίγονται από παραφροσύνη.
Άλλοι τον εαυτό σου υποτίμησαν:
πήραν πέλεκα και με ταπεινότητα
έκοψαν τα φτερά τους.
Και όσοι στις φωλιές τους κούρνιασαν για καιρό,
γαστρίμαργα ρουφάν τους βάλτους που βουλιάζουν·
πρησμένοι στα κατακάθια πλέον άναρθρα κοάζουν.
Είναι περίεργο, όμως· αρκούνται.
Τώρα με καχυποψία όποιον γελά κοιτάνε,
αφού δεν έχουν λόγο οι ίδιοι να γελάνε.
Ενώ εμείς,
πότε καγχάζουμε μανιωδώς,
πότε μειδιάζουμε χαιρέκακα,
ζούμε τη ζωή μας αλλιώς
σαν να ’ταν όλα ελεύθερα.
Να προχωρήσουμε, λέω, να προχωρήσουμε!
Με ρωτάς:
«Πού κοιτούσαμε όταν ξεμύτισαν
αυτά τα άγρια βουνά, πέρα, πέρα μακριά;»
Καθόμαστε να ξαποστάσουμε στο μετέωρο της απόφασης,
ν’ ακούσουμε τις υποσχέσεις του ορίζοντα
στηρίζοντας τις σιαγόνες μας στους γρόνθους μας.
«Τι βρίσκεται πέρα από τούτη την άφορη και άνυδρη πεδιάδα
που σιγά σιγά μας τρώει την ψυχή;»
Έχουμε δει τις δυνατότητες να εκχειλίζουν, να ροδοπεταλίζουν.
Δεν υπάρχει επιστροφή. Τώρα!
«Με ποια δύναμη νοερή, ποιος θα την εκχερσώσει;»
Βάλε το πιο φανταχτερό πέταλο στους βοστρύχους σου κι έλα.
Άσε τον χρόνο να φανερώσει. Τώρα!
Σπεύδε βραδέως – πάντα θα ’ναι νωρίς σ’ αυτόν τον κόσμο:
«Τώρα;» Τώρα!
Απ’ την ακινησία γλιστράω στην κάθε σήψη,
στην εν καιρώ και κείνη που ’ναι ήδη.
Υπάρχουν τόσοι θάνατοι! Πλαγιάζουν δίπλα μας.
Πομπώδεις οι ισχυροί·
ιρό το χώμα που τους έθαψε.
Τυχαίοι, πενιχροί·
κάποιους κανείς δεν τους έκλαψε.
Ακαλλώπιστοι οι νεκροί, αντί θρήνου σιωπή·
άδεια τα πιάτα στα νεκρόδειπνα.Όλβιοι στη ζωή, με πνοή αβληχρή,
όλα γίνανε τόσο ανώδυνα·
κάποιοι λέγανε: ένα κι ένα ίσον τρία·
άλλοι διαλέγανε την επικούρεια αδιαφορία.
Τι θέλουν να μας πουν οι πλαγιαστοί θάνατοι;
«Ξέρεις» μου λες,
«το τέλος ψυχανεμίζονται όσοι δεν ξεκινούν,
μέλημά σου η αρχή, μέλημά σου η κίνηση».
Ω παιδιά της γνώσης,
πόση αλήθεια μπορείτε να αντέξετε άραγε;
Εσείς, ανήσυχα πνεύματα με τα θαλερά σας μάτια,
που στις κόρες τους μέσα προελαύνει το μέλλον,
πότε ηλεκτρισμένο, πότε άτολμο,
που ξημεροβραδιάζεστε χορεύοντας στους κοσμικούς παλμούς,
με τα ιδρωμένα μέτωπά σας και την ατσάλινη αβασταξιά σας,
που ψάχνετε το κείμενο πίσω από την ερμηνεία,
που οι αδέσποτες σφαίρες, τα όνειρά σας,
ρίχνονται στους ουρανούς (πυρ κατά βούληση!)
κι οι κάλυκες άδειοι θάβονται από τον χρόνο
–μια ακόμα έρημος στον νου σας–
μη προλαβαίνοντας να ρωτήσετε:
ποιος σας έφερε σε αυτόν τον δρόμο;
Τελειώνουν οι σφαίρες;
Πετάξτε ερικυδώς τώρα, σφριγηλοί μου φίλοι.
Αφήστε τα όλα πίσω·
τους μεμψίμοιρους θιάσους, πίσω·
ό,τι σας γύρισε την πλάτη, πίσω·
όλα πίσω.
Αποτρέψτε την καταισχύνη.
Σε κάθε αλήθεια πείτε ένα ψέμα.
Πόσες σκέψεις ανήκουν σε σένα;
Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος που
κατοικεί στο κεφάλι μου;
Μα, ξέχασα αυτό που μου είπες:
πως τώρα αρχίζω και
στην αρχή θα ανήκω.
Παρακαλώ, συμπληρώστε το email σας και πατήστε αποστολή.