Κοριοί
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-354-1
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 5/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Κροατική
Ενιαία τιμή έως 30/11/2027
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 198 σελ.
Περιγραφή
Μια γυναίκα σε φυγή, μια ζωή σε αποσύνθεση. Η Γκοράνα Χράμπροβ, μια νεαρή αρχιτέκτονας που το όνομά της σημαίνει «θάρρος», εγκαταλείπει τα πάντα πίσω της μετά από μια απώλεια που τη στοιχειώνει. Στο κατώφλι μιας ψυχολογικής κατάρρευσης, γράφει ένα γράμμα. Καθώς περιπλανιέται ανάμεσα σε πόλεις, οικογένεια και αναμνήσεις, προσπαθεί να συγκρατήσει τα κομμάτια μιας ταυτότητας που διαλύεται.

Όταν όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί για εκείνη στο Ζάγκρεμπ, η επιστροφή στη γενέτειρά της και στην ετοιμοθάνατη μητέρα της δεν προσφέρει λύτρωση, αλλά μια βουτιά σε ένα παρελθόν γεμάτο αλλόκοτους συγγενείς και ανοιχτά τραύματα, που τη φέρνουν αντιμέτωπη με το θεμελιώδες ερώτημα: Μπορούμε τελικά να σχεδιάσουμε μια ζωή θωρακισμένη από τον πόνο;

Μια ιστορία ενοχής, άρνησης και επιβίωσης· ένα μυθιστόρημα σκοτεινό, για τα όρια της ευθύνης, την ψευδαίσθηση του ελέγχου και το τίμημα της ελευθερίας.

Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2023

Γράφω σε σένα, Χλάντνα, κρύα μου φίλη, επειδή τυχαίνει να ξέρω πως εσύ είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που δεν θα γελάσει όταν του πω ότι την ημέρα που τα μυρμήγκια άρχισαν να τρώνε τα εσώρουχά μου ήταν που έπρεπε επιτέλους να παραδεχτώ πως ο κατήφορός μου ήταν αδιαμφισβήτητος. Λες και μέσα σε κείνη την τσάντα με τα άπλυτα, εκεί όπου τα μυρμήγκια –σκυφτά όπως μασούσαν– έτρεμαν με κατάμαυρα, ορθάνοιχτα στόματα, κάτι που από καιρό ήταν ξεκάθαρο εκφραζόταν με τον πιο δυσάρεστο τρόπο. Σε βλέπω τώρα, όπως πάντα, σαν να είσαι σχεδιασμένη με γρήγορες πινελιές καφετί κιμωλίας πάνω στο λευκό φόντο του θεραπευτηρίου, καθώς κλείνεις για λίγο τα μάτια σου πιέζοντάς τα με τον δεξί αντίχειρα και τον δείκτη, όπως κάνεις πάντα όταν κάτι δεν βγάζει και τόσο νόημα· ύστερα ανεβάζεις το πόδι σου πάνω στο γραφείο και ανάβεις ένα τσιγάρο χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από το γράμμα μου, με ολόκληρο το πρόσωπό σου να επικεντρώνεται στην άκρη της μύτης σου την οποία στρίβεις νευρικά και παιχνιδιάρικα, λες και αυτή κρύβει όλες τις απαντήσεις. Αργά το απόγευμα μιας άνοιξης. Έχεις ήδη ανάψει τα φώτα ή μήπως μισοκλείνεις τα μάτια για να δεις μες στο σκοτάδι; Ίσως να έχεις ένα ποτήρι Pelin Bitter στο τραπέζι, το οποίο μια στο τόσο υψώνεις στα χείλη σου. Πιες. Θα το χρειαστείς – έχει έρθει επιτέλους η ώρα να μάθεις ποια είμαι, ή τουλάχιστον ποια είμαι όταν δεν με βλέπει κανείς. Πιθανότατα να ξέρεις πώς είναι τα μυρμήγκια: προμηνύουν συμφορές. Εμφανίστηκαν στη σακούλα με τα άπλυτά μου αφότου μια συμφορά με είχε ήδη βρει – το τροχαίο. Σχεδόν μισός χρόνος είχε περάσει από τότε και είχα εξαντλήσει την αναρρωτική μου άδεια μήνες πριν, όμως δεν επέστρεψα στη δουλειά. Πρώτα, ο Ίγκορ προσπάθησε να μου τηλεφωνήσει· μετά μου έστειλε μέιλ, μηνύματα στο κινητό, στο Viber, στο WhatsApp, επίσημη αλληλογραφία με το ταχυδρομείο, μηνύματα μέσω του γραμματέα του. Εντωμεταξύ, εγώ καθόμουν στο σκοτεινιασμένο μου διαμέρισμα, είτε στον καναπέ είτε στο τραπέζι της κουζίνας, ιδρώνοντας μέσα στον παχύ αυγουστιάτικο αέρα, κοιτώντας επίμονα το λάπτοπ, τα δυο μου κινητά τηλέφωνα και το τάμπλετ, που τα είχα τοποθετήσει το ένα δίπλα στο άλλο σαν να είχαν κατασχεθεί σε αστυνομική έφοδο – και είχα κολλήσει. Μετά βίας τολμούσα μέχρι και να ακουμπήσω τα υπόλοιπα αντικείμενα μέσα στο διαμέρισμα, σαν να ήταν δανεικά, κατέχοντας ακόμη εκείνο το σκεπτικό της ευπρέπειας που μας αναγκάζει να τα χρησιμοποιήσουμε με επιφύλαξη και μόνο όταν τα χρειαζόμαστε. Αυτό πρέπει να είναι σύγχυση ως αποτέλεσμα της αμνησίας, θα πεις, από εκείνα τα λεπτά λίγο πριν από το τροχαίο που έχουν χαθεί για πάντα. Όμως αυτό που δεν ξέρεις είναι πολύ πιο σημαντικό: το κενό μεταξύ εκείνων των λεπτών έκοψε τη ζωή μου στα δύο και όλως περιέργως απομάκρυνε όλα όσα είχαν έρθει πριν από αυτήν. Αυτό που μπορούσα να θυμηθώ για τη ζωή μου, ίσως και καλύτερα απ’ ό,τι πριν, ήταν πράγματι το παρελθόν μου, μα έμοιαζε ξένο, με τον ίδιον τρόπο που μπορεί να φέρω στον νου μια ταινία ή μια σειρά. Μπορούσα να αναπαραστήσω με διαυγέστατη ακρίβεια τα γεγονότα μέχρι και την  τελευταία λεπτομέρεια, όμως δεν βρισκόμουν πια μέσα στο βίωμα. Πώς να απαντήσω στα μηνύματα που μου στέλνουν, πώς να κάνω τη δουλειά που υποτίθεται ότι είναι δική μου, όταν το κάθε όνομα μου ακούγεται ξένο, επιβεβλημένο, σχεδόν σαν να μην είναι όνομα που θα έπρεπε να έχει ένα ανθρώπινο ον; Όμως μπορούσα, παρ’ ότι με το ζόρι, να σηκωθώ, να ξαπλώσω, να φέρω τρόφιμα από το σουπερμάρκετ στην κουζίνα, να φάω, να επαναλάβω τα βασικότερα βήματα υγιεινής και να αναμένω για κάτι το ακαθόριστο, μέσα σε μια ατέρμονη κατάσταση νευρικής βαρεμάρας, λες και βρισκόμουν σε διακοπές μέσα σ’ αυτό το ανιαρό διαμέρισμα μιας καταθλιπτικής πόλης, όσο βρέχει και δεν έχω τι να κάνω, με την οποιαδήποτε προσπάθεια να ξεκινήσω κάτι –αν δεν υπάρχει τίποτα άλλο, τότε τουλάχιστον να διαβάσω ένα βιβλίο ή να ακούσω μουσική– να μου θυμίζει δυσάρεστα ότι ο χρόνος μου είναι περιορισμένος και πως σύντομα θα τελειώσει. Έτσι ζούσα για μήνες. Αρνιόμουν να απαντήσω, αιτιολογώντας την απουσία μου πού και πού με κάποιο μήνυμα. Επίσης, απέφευγα τις επισκέψεις σε σένα, κρυμμένη πίσω από αξιολύπητες δικαιολογίες. Για ποιο πράγμα ήλπιζα; Περίμενα όντως ακόμη να έρθει κάποιος να μου χτυπήσει την πόρτα, να με κάνει να του ανοίξω και τότε –όσο με κρατούσαν ξανά δυο ανθρώπινα χέρια– θα έβρισκα τον εαυτό μου; Αν πίστευα ποτέ μου κάτι τέτοιο, τότε τα μυρμήγκια καταβρόχθισαν αυτή μου την πεποίθηση μέχρι και την τελευταία μπουκιά. Τα μυρμήγκια ήταν μικροσκοπικά, περιέργως σβέλτα, ένα είδος που δεν είχα ξαναδεί πριν να μετακομίσω στο Ζάγκρεμπ, παρόλο που τα μελετούσα προσεκτικά όταν ήμουν παιδί. Με αδυσώπητη λαιμαργία, αυτά κατασπάραζαν λεκέδες από μαρμελάδα, σάλτσα, φρούτα –ή και τις σταλαγματιές–, διαπερνώντας τον λεκέ και το ύφασμα πάνω στο οποίο βρισκόταν. Όταν άνοιξα τη σακούλα με τα άπλυτα για να βάλω τα δεκατέσσερα –απ’ ότι μέτρησα μετά– εκ των δεκαπέντε εσωρούχων που είχα στο πλυντήριο, η καταστροφή που αντίκρισα ήταν ανεπανόρθωτη. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να βυθίσω τα μυρμήγκια σε νερό και να πετάξω τα μασημένα εσώρουχα στα σκουπίδια. Κατέστρεψαν επίσης δυο μπλούζες και μια φούστα, όμως είχα κι άλλες μπλούζες και φούστες, ενώ εσώρουχα έπρεπε να αγοράσω. Έκατσα να το σκεφτώ. Τα χρήματά μου είχαν ήδη αρχίσει να λιγοστεύουν. Είχα αρκετά για να πληρώσω το νοίκι και τους λογαριασμούς του μήνα, αλλά και για να ζήσω φειδωλά μέχρι τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου, για τις οποίες ανυπομονούσα, λες και θα λειτουργούσαν ως κάποιο μαγικό καταφύγιο. Δεν ξέρω τι περίμενα, τι είδους λύτρωση θα με έλουζε από τα ουράνια. Ίσως να πίστευα πως μόλις το πρώτο ψυχρό μέτωπο απομάκρυνε την υγρασία που είχε απορροφήσει όλο το βάρος αυτής της χρονιάς, θα συνέχιζα με μια καινούρια νοοτροπία και θα ήξερα ακριβώς τι χρειαζόταν να συμβεί. Τώρα σκέφτομαι πως ίσως να περίμενα όλη μου τη ζωή αυτήν τη νέα νοοτροπία. Μα δεν μπορώ να την έχω, έτσι δεν είναι, Χλάντνα; Το μέλλον δεν είναι μια μυθοπλασία όπου βρισκόμαστε έξω από το σώμα μας, ενώ το παρόν είναι η πραγματικότητα στην οποία επιστρέφουμε, αδίστακτα, κάθε πρωί, ξανά και ξανά, πίσω στο σώμα μας, πίσω στον αμβλύ πόνο στον σβέρκο μας, στις ιδρωμένες μας μασχάλες, στις επώδυνες παρανυχίδες, στις τρίχες που βγαίνουν στραβά μετά το ξύρισμα, στην κολπική έκκριση που έχουν μασουλήσει μυρμήγκια, αφήνοντάς μας χωρίς εσώρουχα; Συγγνώμη, πάω στοίχημα πως σε κουράζω με όλες αυτές τις χαζές ερωτήσεις. Τώρα θα βρίσκεσαι στο δεύτερο ή το τρίτο σου Pelin· μπορεί να έβγαλες ολόκληρο το μπουκάλι, επειδή καταλαβαίνεις πως η κατάσταση γίνεται σοβαρή. Ανάβεις το φωτιστικό κι αυτό προσδίδει στο πρόσωπό σου μια χρυσαφένια λάμψη, κάτι το οποίο σου χαρίζει ζωντάνια, αλλά επίσης τονίζει το γεγονός πως δεν έχεις λουστεί. Ακούς τα πουλιά στον θάμνο κάτω από το παράθυρο; Όχι, συγγνώμη, όχι άλλες ερωτήσεις. Μόνο απαντήσεις. Ναι, απαντώ, αγόρασα ένα καινούριο εσώρουχο. Μαύρο με μικρές άσπρες καρδιές. Μαζί με αυτά που φορούσα τη μέρα της επίθεσης των μυρμηγκιών, άσπρα με μικρές μαύρες καρδιές. Τώρα είχα δύο. Κάθε βράδυ έβγαζα το ένα, το μούλιαζα σε ζεστό νερό, το έτριβα με σαπούνι και το άφηνα στο περβάζι του παραθύρου να στεγνώσει. Φοβόμουν να αφήσω τα βρόμικα εσώρουχα μέσα στη σακούλα με τα άπλυτα μέχρι το πρωί, από φόβο μήπως τα μυρμήγκια ξαναχτυπήσουν, κάτι που θα απαιτούσε σπατάλη χρημάτων σε ακόμα ένα εσώρουχο, κι έτσι δεν θα τα κατάφερνα ποτέ μέχρι τις φθινοπωρινές βροχές. Έπρεπε πάση θυσία να υπερασπιστώ τα εναπομείναντα εσώρουχά μου.


Add: 2026-06-16 14:12:25 - Upd: 2026-06-16 14:29:21