Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνάει τον βοηθό μου και να μεταδίδεται στο ακροατήριο.
«Θέλω να ζήσουμε μαζί… Ελευθερία! Για πάντα!»
Όλοι σιωπούσαν συγκινημένοι. Δεν ακουγόταν «κιχ». Έβλεπα τους λεβέντες να έχουν βουρκώσει. Ο Καραϊσκάκης φαινόταν διαφορετικός. Το πρόσωπό του είχε αγριέψει. Στα μάτια του γυάλιζε ένα δάκρυ. Πλάι του οι ξένοι κοίταγαν φοβισμένοι.
Πρώτος συνήρθε ο στρατηγός. Έσκασε ένα χαμόγελο. Φωτίστηκε το οστεώδες πρόσωπό του. Τα μάτια του τώρα σπινθηροβολούσαν περιπαικτικά: «Τι κλαίτε, ρε! Τι κλαίτε! Να πολεμάτε θέλω! Όχι να μυξοκλαίτε!»
Έπρεπε κάπου να ξεσπάσει αυτή η ένταση. Τσίριξε ξανά ο ζουρνάς. Βρόντησε το νταούλι… Οι ήρωες στο μπερντέ μαζί με το ακροατήριο στήσανε χορό. Τώρα πια μπορούσε να εμφανιστεί κι ο Καραγκιόζης με τους μπακλαβάδες. Τον έβαλα να γκαρίζει: «Ααααχ! Πολύ συγκινητικό! Όταν βλέπω γάμους πάντα κλαίω!» (σελ. 11).
Στα 42χρονα της παρουσίας του στα ελληνικά (και βουλγαρικά) γράμματα ο Χρήστος Χαρτοματσίδης, από τους στενούς συνεργάτες του «Μανδραγόρα» και αγαπημένος φίλος, έχει στο ενεργητικό δύο ποιητικές συλλογές, 10 βιβλία πεζογραφίας (7 μυθιστορήματα και 3 βιβλία διηγημάτων), 5 θεατρικά, 5 βιβλία μεταφράσεων Βούλγαρων συγγραφέων στην ελληνική γλώσσα, 4 συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις.
Με τη νέα συλλογή διηγημάτων του Ο Καραϊσκάκης παρακολουθεί παράσταση Καραγκιόζη έρχεται πάλι, με το γνωστή γνώριμη αποστασιοποιητική και σκανταλιάρικη γραφή του, να παντρέψει, με τρυφερότητα, σε έναν πίνακα νεκρής φύσης μνήμες, γεγονότα, παιδικά και σύγχρονα χρόνια, ήρωες του θεάτρου σκιών και του 1821, αλλά και απλούς, λιγότερο προβεβλημένους ήρωες της καθημερινής μας ζωής. Με αυτούς άλλωστε πορεύεται, αυτούς κριτικάρει (πάντα καλοπροαίρετα), μαζί τους αυτοσαρκάζεται και παίζει, προσπαθώντας με το χιούμορ του ν’ αμβλύνει τα δύσκολα κι ανερμήνευτα. Σε πείσμα των καιρών οι χαρακτήρες του Χαρτοματσίδη που είναι ανθρώπινοι, συνηθισμένοι, της διπλανής και πάντα της πίσω πίσω πόρτας μας. Βρίσκονται στον αντίποδα όλου αυτού του γκλαμουράτου στόμφου που συναντάμε καθημερινά στις τηλεοράσεις, την πολιτική, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Γι’ αυτό είναι αυθεντικοί, αληθινοί και άξιοι καταγραφής. Με τον γνώριμο πάντα αλαφραπάτητο λυρισμό του: «Έξω είχε σκοτεινιάσει. Το μαγαζί ήταν άδειο. Ο νευρολόγος πολύ τρυφερά βοήθησε την Κική να φορέσει την καμπαρντίνα της. Την έπιασε αγκαζέ. Και τα κίτρινα φώτα από τις λάμπες σαν μικρές ζεστές φλογίτσες αντανακλούσαν στα μάτια τους».
Και πάντα να παρεισφρέουν τα αθώα παιδικά χρόνια με την αναγκαία αποφόρτιση των μετεμφυλιακών συνεπειών και της αναγκαστικής παραμονής σε μια ξένη χώρα:
Υπάρχει η φωτογραφία –η οργάνωση της ΕΠΟΝ– στο χωριό Βασιλίτσα. Στην μια άκρη ο πατέρας, με το μαθητικό πηλήκιο. Φοράει άσπρο πουκάμισο. Το παντελόνι του – παλιό, μαζεμένο στην μέση σαν τσουβάλι. Κι όμως, χαμογελάει αεράτα. Σαν να μην τον νοιάζει πως είναι ο πιο φτωχοντυμένος της παρέας.
Αρκετά χρόνια μετά, πολιτικός πρόσφυγας πια στην Βουλγαρία μου είχε πει: «Πρέπει να ντυνόμαστε κομψά! Για τον χορό των απόφοιτων θα ράψεις κουστούμι στον Βασιλιά των παντελονιών! Είναι ο καλύτερος! Μέχρι κι από την Κεντρική Επιτροπή ράβουνε σ’ αυτόν!»
Έτσι πήγαμε στον «Βασιλιά». Ήταν από τους ελάχιστους ιδιώτες που επιβίωναν στο σύστημα. Το μαγαζάκι του –μια στενάχωρη τρύπα. Στο τραπεζάκι - πεταμένα περιοδικά μόδας. Γαλλικά! Έβλεπες στα εξώφυλλα καλοντυμένους κυρίους, με λεπτό μουστάκι και καπέλο – ρεπούμπλικα. Κάπνιζαν με φινέτσα, φορώντας τα δερμάτινα τους γάντια.
«Γεια σου, κύριε καλλιτέχνη!» χαιρέτησε ο πατέρας τον μουτρωμένο επαγγελματία.
Ο ράφτης μας κοίταξε καχύποπτα. Φορούσαμε όμως τα καλά μας κι εμπνέαμε εμπιστοσύνη. Όταν άνοιξε το τυλιγμένο σε εφημερίδα ύφασμα, το βλέμμα του ζωντάνεψε. Ήταν γνήσιο κασμίρι, δώρο από την Ελλάδα. Τότε πια εντελώς ηρέμησε. Ο μπαμπάς άναψε τσιγάρο – «Παπαστράτος»! Κάπνιζε με φινέτσα, αν και φορούσε τα δερμάτινα του γάντια. Όπως οι τύποι στα περιοδικά! (σελ. 19, «Ο Βασιλιάς των παντελονιών»).
Μεταξύ των διηγημάτων συμπεριλαμβάνονται και αρκετά μικρής έκτασης, τα λεγόμενα «μπονζάι διηγήματα»: «Σχολική παράσταση “Το άγνωστο κλεφτόπουλο”», «Γενίτσαρος», «Η [κοκκινομάλλα] Τζένιφερ», «Ο Βασιλιάς των παντελονιών», «Ρι Γιάννα», «Μυστήριο», «Όπερα της πεντάρας», «Οι γροθιές του Σούπερμαν» και «Power».
Ξεχωριστό στην τραγικότητά του το «Ηλεκτροσόκ» (σελ. 21) με τη νεαρή γιατρίνα και τους ασθενείς του ψυχιατρείου της Θεσσαλονίκης στη δεκαετία του 1980. Γλυκιά ανάμνηση προσωπική το «Reunion» των συμμαθητών, από τα χρόνια στη Σόφια, απ’ όπου και η «Μπρονισλάβα».
Οι ήρωες του Χαρτοματσίδη έχουν έναν μακρινό απόηχο από τη Ρώσικη λογοτεχνία, σιγοψιθυρίζουν φράσεις και όρους (όπως ο «σύντροφος») της μακρινής πλέον αλλά σύγχρονης πολιτικής ιστορίας μας (διάσπαση του ΚΚΕ, βλ. την επίσκεψη στη Σόφια του εσωτερικάκια Δωρόθεου, στο ομώνυμο διήγημα), μνημονεύουν το Καζακστάν, αλλά και τη σύνταξη του ΤΕΒΕ και προπαντών διαλέγονται άμεσα απλά καθημερινά ανθρώπινα.


