Το παρόν έργο προτείνει μια συστηματική και ερμηνευτικά συνεκτική προσέγγιση του βυζαντινού πολιτισμού, αξιοποιώντας το δίπολο φωτός και σκότους ως θεμελιώδη κατηγορία της θεολογικής, κοσμολογικής και αισθητικής του συγκρότησης. Το φως εξετάζεται όχι ως απλό αισθητηριακό ή εικαστικό φαινόμενο, αλλά ως φορέας θείας παρουσίας, γνώσης και σωτηριολογικής προοπτικής, ενώ το σκότος προσεγγίζεται ως όριο της γνωστικής δυνατότητας και ταυτόχρονα ως κατεξοχήν τόπος αποφατικής εμπειρίας. Η διαλεκτική τους συνάρθρωση αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η βυζαντινή σκέψη οργανώνει τη σχέση αισθητού και υπερβατικού, επανανοηματοδοτώντας την ύλη, την εικόνα και τον αρχιτεκτονικό χώρο ως φορείς διαμεσολάβησης της θείας ενέργειας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη λειτουργία του φωτός ως δομικού στοιχείου της εικαστικής γλώσσας και της λατρευτικής εμπειρίας, καθώς και στη συμβολική και υπαρξιακή σημασία του σκότους στο πλαίσιο της μυστικής και αποφατικής παράδοσης. Η μελέτη καταλήγει στη διατύπωση ενός ενιαίου ερμηνευτικού πλαισίου, στο οποίο η βυζαντινή τέχνη και κοσμοαντίληψη προσεγγίζονται ως μορφές βιωματικής συμμετοχής στο μυστήριο της θείας παρουσίας, υπερβαίνοντας τις συμβατικές διακρίσεις μεταξύ αισθητικής, θεολογίας και εμπειρίας.