Σαφής δήλωση η ζωή
στο εφήμερο των χρόνων
Κι αφού εγώ ζωή
κοινός τόπος τα άλλα
διατρανώνει η ζωή
Όγδοη ποιητική συλλογή και εντέκατο βιβλίο του Απόστολου Παλιεράκη που έχει στο ενεργητικό του και τέσσερις συλλογές πεζογραφημάτων. Εβδομήντα τέσσερα ποιήματα μιας σφιχτής και γερά θεμελιωμένης γραφής που βιώνει επώδυνα τη δυστοπική εποχή μας. Ο Απόστολος, εδώ και χρόνια, πάσχει με όσα συμβαίνουν γύρω και δίπλα μας, γι’ αυτό συνθέτει ένα μουσικό ποίημα νουάρ, σαν τις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες που περιγράφουν τις δραματικές καταστάσεις των πρωταγωνιστών. Μόνο που στο μελόδραμα του Παλιεράκη κυρίαρχος δεν είναι ο jeune premier, αλλά ο απόκληρος κι ο αφανής άνθρωπος, βλ. «Οφειλέτης» (σελ. 28): Στα εβδομήντα του κοντά/ στο έβδομο το πάτημα/ από το πεζοδρόμιο/ της μούχλας το λιβάδι/το πάτωμα το γλιστερό/ του μουχρού του δωματίου/ Κρεβάτι δίχως στρώμα/ –με πόδια, ευτυχώς–/ τραπέζι αδειανό/ και μια κουτσή καρέκλα/ να κάθεται να βλέπει/ πόδια περαστικών [ ] Χρόνια αθλιότητας/ του χρωστούσε η ζωή/ Αυτός, βρέθηκε να χρωστάει/ σε τοκογλύφους, εφορία/ και το ταμείο ασφάλισης. Ίσως στο ίδιο μοτίβο θα μπορούσαν να διαβαστούν τα «Όνειρα των καιρών» (σελ. 46) και το «Εμπόριο τραυμάτων» [ ] Τα πάντα τα δεχόμαστε/ μπορεί και μ’ ηδονή/ Τώρα τι κάνουμε;/ κάποια στιγμή ρωτάμε/ εμπόρους των τραυμάτων μας/ Για ν’ αγοράζουμε, απέλπιδες/ θνησιγενή μαντζούνια/ φιλώντας τους τα χέρια (σελ. 47). Ο Α.Π. πραγματεύεται εμπόριο ελπίδας, ανεξάρτητα αν επικεντρώνεται σε θέματα υγείας ή σε κοινωνικά ζητήματα, που όπως και εμπόριο φιλανθρωπίας (που οργιάζει από την οικονομική κρίση και δώθε) μετατρέπει το δικαίωμα στη διαβίωση σε φιλευσπλαχνία κύκλων, σε αγαθοεργία οικονομικοπολιτικών συμφερόντων, ακόμη και σε διαφημίσεις των σούπερ μάρκετ.
Τα δυο μότο μάλιστα που επιλέγει (ποίηση είναι ένας τρόπος που με βοηθάει να περνάω, όσο γίνεται πιο ανώδυνα, την περιπέτεια που ονομάζουμε ζωή του Γιώργου Μαρκόπουλου και το Φανταζόμαστε για να ξεφύγουμε από την αρρωστημένη πραγματικότητα της Μυρτάλης Κανταρτζή), προαναγγέλλουν τη συναισθηματική φόρτιση που εκπέμπεται από τους στίχους του ποιητή, που στη «Διαχείριση εικόνας» αναφέρεται στην αληθοφάνεια της ζωής. Βλ. και το αφιερωμένο ποίημα στον Γιώργο Άλμη ποίημα «Χωρίς υποβολέα» (σελ. 36), όπου ο Παλιεράκης αποδέχεται: Κοινή μας διαπίστωση κι οδύνη/ πως δεν υπάρχει τίποτε εδώ. Κι όμως λίγους στίχους πιο κάτω, στο ίδιο ποίημα, αρχίζει να αχνοφέγγει μια ελπίδα με την εμφατικά συγκινητική επανάληψη του στίχου «Ας πάμε λίγο ακόμα»: Γνωρίσαμε, πιστέψαμε, τρέξαμε/ δοκιμάσαμε, κουραστήκαμε, ανασαίνουμε/ Ας πάμε ακόμα λίγο/ Τα δοκιμασμένα άδικα, με πρώτα τα δικά μας/ στην πυρά των λογισμών μας/ Να το συμφωνήσουμε, να υποσχεθούμε/ Ως πότε πια θα είναι ουτοπία/ Ας πάμε λίγο ακόμα.
Κι εδώ εδράζεται η ζωοποιός λειτουργία της ποίησης ως προστασία, λύτρωση, απαντοχή, κουράγιο και ελπίδα, κι έτσι ο Απόστολος Παλιεράκης γράφει: «Λαχταρώ στους στίχους μου να βάλω ουρανό»! Μια συγκλονιστική εξομολόγηση που αναδεικνύει τον λυτρωτικό χαρακτήρα της τέχνης στα γενικότερα αλλά και τα προσωπικά επώδυνα που ο καθένας βιώνει με δύναμη και αξιοπρέπεια: Το μέλλον μας πυρώνεται/ Το παρόν αναζητά ελπίδα/ Στρέφεται στην ποίηση/ Στην ποίηση που εγείρεται/ Κι απλώνει τα θηλυκά φτερά της…(«Θηλυκά φτερά της Ποίησης», σελ. 14). Ξεχωριστό το ποίημα «Ακροστιχίδα κι όνειρο», σελ. 35. Ανθρώπινο αλλά τόσο εύστοχο στη λυρική ματιά του επίσης το ποίημα της σελ. 55, «Εσωστρέφεια»: Θέλω, είπε τελικά/ στο σπίτι μου αυλή/ εσωτερική, δική μου/ Να σκαλίζω/ να ποτίζω/ να απολαμβάνω αρώματα/ να γεύομαι καρπούς/ Ήρθε το περιστέρι/ και του κουτσούλισε το καπέλο/ Α, να κι ο ταχυδρόμος μονολόγησε/ έφερε το πρώτο λίπασμα.
Φυσικό να υπάρχουν και πολλά ποιήματα ποιητικής σ’ αυτόν τον εσωτερικό διάλογο-ανάγκη ζωής: βλ. «Πράξεις προσθαφαιρέσεων», σελ. 29 και «Μέρα της Ποίησης», σελ. 34. Ποιήματα αφιερωμένα σε αγαπημένους: στη σύντροφό του Νατάσα, στα αγαπημένα εγγόνια («τα δυο συνώνυμα αισιοδοξίας»), σε φίλους και συνοδοιπόρους των λογοτεχνικών πραγμάτων/τραυμάτων. Πάντα με καλοσύνη και έμφυτη ευγένεια, συνώνυμο της συστολής του, ο Παλιεράκης διαλέγεται εύστοχα, από καρδιάς κι ανθρώπινα με όλους και όλα. Νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τη ζωή, τη φύση, τους φίλους, την τέχνη, τους θεράποντες, τους συμπαραστάτες του: Τ’ αρώματα τα φέρνει και τα πάει/ με τ’ όνειρο μεσάζοντα/ Αν μένουν στις αισθήσεις σου/ δεν σου ζητώ πολλά. ένα μονάχα φως/ στον πόνο που σκιάζεις./ η γλυκύτητά του να μην οξειδωθεί («Ακροστιχίδα κι όνειρο», σελ. 35). Και από το ποίημα «Η Μέδουσα Γοργώ και οι ασπίδες μου» (σελ. 80-82): Ν’ ανθίσει η μουσμουλιά σου/ να ποτιστείς με τ’ άρωμά της/ κουράγιο να μαζέψεις/ μέχρι τις ανεμώνες [ ] Κι ύστερα ποιος το ξέρει/ στον κύκλο σου το άγνωστο/ το άγραφό σου τόξο/ αν κλέβει απ’ την ευθεία/ όσο ανοιχτούς λογαριασμούς/ κρατάς με τα λουλούδια.
Κι επειδή όταν υπάρχει ελπίδα ανθίζει και η ζωοποιός διαδικασία του έρωτα –ακόμη και στις παρεκβάσεις και τα δράματά του– στη συλλογή διαβάζουμε ξεχωριστούς στίχους, όπως στο «Φως στο δάσος», σελ. 87, ή στα «Αυταπόδεικτα», (σελ. 31): Γι’ αυτό σου λέω/ δεν ερωτώ, ερωτεύομαι/ δεν σχολιάζω/ χωρίς ντροπή δακρύζω/ αμετανόητος, και στην «Προϊστορική συνέντευξη» του Οδυσσέα (σελ. 27) διαβάζουμε: Πώς γνώρισες του έρωτα/ το πάθος και την έκταση;/ Σε χοιροστάσιο, στην αγκαλιά μιας μάγισσας/ Πώς ζωντανός κρατήθηκες/ σαν πάτησες το πόδι στο νησί σου;/ Από σύμπτωση/ Πηνελόπη και όχι Κλυταιμνήστρα/ στου νήματος την άκρη.
Ένα εγχείρημα ουμανισμού, απαντοχής κι ελπίδας διατρέχει το σώμα της ποίησης του Απόστολου Παλιεράκη. Ένα κέρδος μεγάλο για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη.
«Μ»
Ο Aπόστολος Παλιεράκης γεννήθηκε στους Aγίους Aναργύρους Aττικής το 1943 και κατάγεται από την Kρήτη. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και άσκησε το επάγγελμα του Πολιτικού Μηχανικού ως ελεύθερος επαγγελματίας και ως υπάλληλος του ΟΣΕ. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστότοπους. Έχουν επίσης συμπεριληφθεί σε πολλές συλλογικές εκδόσεις.


