Το βυζαντινό ερωτικό μυθιστόρημα «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη» γράφτηκε κατά τον 14ο αιώνα. Πιθανολογείται ότι το έργο εκπονήθηκε μέσα στην Κωνσταντινούπολη ή κοντά σε αυτήν. Αρχικά, η κυκλοφορία του κειμένου φαίνεται πως περιορίστηκε αποκλειστικά στον στενό και εκλεπτυσμένο κύκλο της αυτοκρατορικής αυλής. Ως συγγραφέας του έργου υποδεικνύεται από τους νεότερους μελετητές ο Ανδρόνικος Κομνηνός Δούκας Παλαιολόγος. Ήταν γιος του σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνου και εξάδελφος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β΄. Η ταυτοποίηση αυτή, ωστόσο, παραμένει μέχρι σήμερα μια υπόθεση. Η θεωρία αυτή βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο επίγραμμα του Μανουήλ Φιλή, γνωστού ποιητή του 14ου αιώνα. Στο ποίημά του, ο Φιλής αναφέρεται σε ένα «ερωτικό ποίημα του εξαδέλφου του αυτοκράτορος». Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η αναφορά αυτή φωτογραφίζει το «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη» ή κάποιο πολύ παραπλήσιο έργο. Η γλώσσα της συγκεκριμένης μυθιστορίας παρουσιάζει εξαιρετικό φιλολογικό ενδιαφέρον. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα καθαρά δημώδες υπόβαθρο, πάνω στο οποίο όμως προσθέτει πολλά λόγια γλωσσικά στοιχεία. Αυτή η μείξη δημιουργεί ένα ιδιαίτερο και μοναδικό υφολογικό αποτέλεσμα για την εποχή του. Παράλληλα, το κείμενο χαρακτηρίζεται από μακρές και ιδιαίτερα πολύπλοκες ρητορικές περιόδους. Ο ορμητικός αυτός λόγος επηρεάζει άμεσα τη δομή του ποιήματος. Έτσι, οι εκτενείς φράσεις συχνά ξεπερνούν και παραβιάζουν τα αυστηρά ρυθμικά όρια του παραδοσιακού δεκαπεντασύλλαβου στίχου.


