Πριν μάθεις τ’ όνομά μου
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88063-8-2
Noėma, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αγγλική
Ενιαία τιμή έως 24/8/2027
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 346 γρ., 318 σελ.
Περιγραφή
Όταν κατέφθασε στη Νέα Υόρκη την ημέρα των 18ων γενεθλίων της, έχοντας πάνω της μόνο 600 δολάρια και μια κλεμμένη κάμερα, η Άλις Λι αναζητούσε μια καινούρια αρχή. Τώρα, μόλις έναν μήνα μετά, είναι ένα άγνωστης ταυτότητας θύμα δολοφονίας.

Η Ρούμπι Τζόουνς επίσης προσπαθεί να κάνει μια καινούρια αρχή· έχει ταξιδέψει από την άλλη άκρη της γης για να καταλήξει πιο μόνη από ποτέ. Μέχρι που βρίσκει το σώμα της Άλις δίπλα στον ποταμό Χάντσον.

Από την πρώτη τους συνάντηση, τα δύο κορίτσια δημιουργούν έναν αδιάσπαστο δεσμό. Η Άλις είναι βέβαιη πως η Ρούμπι θα παίξει βασικό ρόλο στην επίλυση του μυστηρίου της ζωής της – του θανάτου της. Την ίδια στιγμή, η Ρούμπι –μη μπορώντας να ξεχάσει αυτό που είχε αντικρίσει εκείνο το πρωί– αδυνατεί να αφήσει πίσω της την Άλις. Όχι μέχρι να της δοθεί το τέλος που αξίζει.

Στο μυθιστόρημα Πριν μάθεις τ’ όνομά μου δεν αναρωτιόμαστε ποιος είναι ο δολοφόνος, αλλά ποιο ήταν το θύμα και τι άφησε πίσω του.

Το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνω για την πόλη στην οποία θα πεθάνω: χτυπά σαν καρδιά. Τα πόδια μου μόλις που έχουν αγγίξει το πεζοδρόμιο, το λεωφορείο που με μετέφερε ως εδώ μόλις που έχει απομακρυνθεί από το κράσπεδο κι εγώ ήδη νιώθω τον παλμό της Νέας Υόρκης, αυτό το σφυροκόπημα. Παντού τριγύρω υπάρχει κόσμος που βηματίζει στον ρυθμό του κι εγώ στέκομαι με ανοιχτό το στόμα στη μέση του πλατύτερου δρόμου που έχω δει ποτέ μου, μπορώντας να μυρίσω, μπορώντας να γευτώ τον αληθινό κόσμο για πρώτη φορά. Παρότι έχω το ίδιο όνομα μ’ εκείνο το κορίτσι που είχε πέσει μέσα στην κουνελότρυπα, αυτήν τη στιγμή νιώθω λες και μόλις την έχω σκαρφαλώσει και έχω βγει από το σκοτάδι, αφήνοντας πίσω την παλιά, παραμορφωμένη ζωή μου. Αν κοιτούσες πίσω, θα έβλεπες τα στοπ σε κάθε διασταύρωση και τις αστερόεσσες σημαίες της επαρχιακής Αμερικής να μας αποχαιρετούν. Θα παρατηρούσες τους απεριποίητους δρόμους γεμάτους λακκούβες και τα δίχως παράθυρα καταστήματα χτισμένα μέσα σε αδειανά οικόπεδα. Θα έβλεπες σκουριασμένους καταψύκτες πάγου πλάι σε γυάλινες συρόμενες πόρτες κι εκείνα τα μπουκάλια λικέρ των εννέα δολαρίων πάνω σε σκονισμένα ράφια. Αν κοιτούσες καλά, ίσως να έβρισκες και το όνομά μου γραμμένο πάνω στην αραχνοΰφαντη αυτή επίστρωση, ανάμεσα σε ληγμένα πατατάκια και ξεθωριασμένα βαζάκια από σάλτσες.

Άλις Λι.

Εγώ είμαι εδώ. Αυτή ήταν εκεί. Και ύστερα δραπέτευσε στη Νέα Υόρκη, αφήνοντας πίσω της όλη αυτήν τη σκόνη.

Το δεύτερο πράγμα που καταλαβαίνω: δεν γίνεται να ξαναπέσω μέσα σ’ εκείνη την κουνελότρυπα. Ακόμα κι αν ο κύριος Τζάκσον εμφανιστεί στον πάτο, με τα λεπτεπίλεπτά του δάχτυλα να με καλούν. Πρέπει να αποδείξω πως μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου, πως μπορώ να επιβιώσω και χωρίς αυτόν. Δεν θα γίνω σαν τη μητέρα μου που συγχωρούσε όποιον άνδρα τής ζητούσε συγγνώμη. Έχω μάθει το δικό της αποτυχημένο μάθημα, βλέπεις. Όταν ένας άνδρας βρίσκει πού να σε πονέσει, αλλάζει ο τρόπος που σε αγγίζει. Δεν θα μπορέσει να αντισταθεί στο να πιέσει εκείνο το σημείο με δύναμη, ανεξάρτητα από το πόσες φορές αυτό θα σε κάνει να κλάψεις.

Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν άνδρα να με κάνει να κλάψω. Ποτέ ξανά.

Βάζοντας το χέρι μέσα στο σακ βουαγιάζ μου, το στρέφω προς τον γοφό μου. Ψηλαφίζω το βουλκανισμένο καουτσούκ της παλιάς κάμερας Λάικα που βρίσκεται θαμμένη στον πάτο του καραβόπανου, ψάχνοντας τις εγκοπές του αποσπάσιμου φακού όσο περπατώ. Δεν ξέρω γιατί χρειάζομαι αυτή την επιβεβαίωση, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι εδώ ένιωθα το βάρος της κάμερας, το χτύπημά της πάνω στο πόδι μου. Δεν θα γινόταν να εξαφανιστεί μέσα από τα έγκατα της τσάντας, έτσι κουκουλωμένη από τα φούτερ, τις κάλτσες και τα εσώρουχά μου όπως ήταν. Πρέπει, όμως, να σιγουρευτώ πως η Λάικα είναι ασφαλής και ακέραιη. Μόνο αυτή μού έχει απομείνει. Είναι το μοναδικό πράγμα που έφερα μαζί μου και αποτελεί έναν μικρό θρίαμβο το να ξέρω πως σύντομα ο κύριος Τζάκσον θα συνειδητοποιήσει τι του πήρα. Αν δεν του λείψω εγώ, τουλάχιστον θα του λείψει ο τρόπος που με κοιτούσε μέσα από εκείνη την κάμερα. 

Όλοι έχουν χάσει κι από κάτι, Άλις.

Αυτό δεν μου είπε πριν κάτι μέρες;

Για τρεις ένδοξες εβδομάδες στα τέλη του καλοκαιριού του 1995, η μητέρα μου εμφανίστηκε σε μια φωτεινή επιγραφή στην Τάιμς Σκουέαρ. Λίγους μήνες πριν τη γέννησή μου, αν στεκόσουν μπροστά από το παλιό εστιατόριο Ρόι Ρότζερς και κοιτούσες απέναντι, θα έβλεπες το πανέμορφό της πρόσωπο να κοσμεί ένα ψηλό και πλατύ κτίριο, ανάμεσα σε διαφημιστικές πινακίδες για την εκπομπή του Ντόναχιου και μια ταινία ονόματι Σόουγκερλς, προσεχώς. Ξέρω αυτές τις λεπτομέρειες από τις ιστορίες της μητέρας μου για κείνο το καλοκαίρι. Το πώς έφυγε για τη Νέα Υόρκη αφού είχε υποστεί υπερβολικά πολλούς ξυλοδαρμούς από τον πατέρα της, λες και υπάρχει κάποιος μαγικός αριθμός που καθορίζει την αντοχή σου γι’ αυτά τα πράγματα και τον οποίο εκείνος υπερέβη όταν η μητέρα μου έκλεισε τα δεκαοκτώ. Το πώς, με αίμα να τρέχει ακόμη από το χείλος της, έκλεψε χρήματα από το πορτοφόλι του παππού μου για να αγοράσει εισιτήριο και να πάρει το λεωφορείο από το Μπέιφιλντ του Ουισκόνσιν για τη Νέα Υόρκη, το μακρινότερο μέρος που μπορούσε να σκεφτεί. Την πρώτη της νύχτα στην πόλη –καθώς προσπαθούσε να μην αποκοιμηθεί στον καναπέ ενός βρομερού φαγάδικου στην 8η Λεωφόρο– γνώρισε έναν μισοδιάσημο φωτογράφο. Πριν ακόμη ξημερώσει, αυτός την πήρε στο διαμέρισμά του, την καθάρισε και, μόλις εκείνη άρχισε να δείχνει όμορφη, της είπε πως την ερωτεύτηκε. Φυσικά και δεν την είχε πράγματι ερωτευτεί. Ή μάλλον την είχε ερωτευτεί για λίγο, αλλά αυτή που αγαπούσε περισσότερο ήταν η γυναίκα του στο Χάμπτονς, οπότε κάποια στιγμή εγκατέλειψε τη μητέρα μου. Ήταν ήδη έγκυος όταν ο άνδρας εκείνος την τράβηξε τη χαμογελαστή φωτογραφία που θα κατέληγε στην Τάιμς Σκουέαρ για τρεις παθιασμένες εβδομάδες.

«Ήσουν μαζί μου, Άλις Λι» μου υπενθύμιζε. «Όλοι μάς κοιτούσαν, λες και εκεί ήταν που ανήκαμε».

Δεν έμαθα ποτέ αν η μητέρα μου είπε στον πατέρα μου τι πραγματικά τράβηξε σ’ εκείνη τη φωτογραφία. Αν έμαθε ποτέ πως το αγέννητο παιδί του ήταν στο πλάνο. Πολλές λεπτομέρειες για το πώς ήρθα στον κόσμο είχαν μουτζουρωθεί, είχαν θολώσει μέχρι να φτάσει η ιστορία στ’ αυτιά μου.

Αυτά σκέφτομαι. Εμάς τις δυο σε μια πινακίδα της Τάιμς Σκουέαρ. Η παρουσία μου δεν ήταν αισθητή τότε, όπως συμβαίνει και τώρα που περιπλανιέμαι στους δρόμους, κατά μήκος των οποίων υπάρχουν πολυσύχναστα εστιατόρια και φωτεινές επιγραφές, ένα σταυρόλεξο ονομάτων στα πλάγια των κομψότερων κτιρίων που έχω δει ποτέ μου. Ποιος πρέπει να είσαι, τι πρέπει να κάνεις για να μπει εκεί το όνομά σου;

Μέσα σε μόλις μερικές εβδομάδες από τώρα, όταν ο κόσμος δεν θα σταματά να μιλά για μένα, η πόλη αυτή θα μου δώσει ένα ολοκαίνουριο όνομα. Το πραγματικό μου θα είναι μια ερώτηση που κανείς δεν θα μπορεί να απαντήσει, οπότε θα με αποκαλούν Τζέιν Ντόου. Μια νεκρή νεαρή που…

Όμως απόψε είμαστε ακόμη στην αρχή. Με λένε Άλις Λι, έχω μόλις αποβιβαστεί από ένα υπερθερμασμένο υπεραστικό λεωφορείο και έχω αρχίσει να ανεβαίνω μια λεωφόρο που λέγεται 7η μέσα στη Νέα Υόρκη. Είμαι σε ετοιμότητα, είμαι ζωντανή, παρούσα, καθώς εισπνέω την παράξενη οσμή χαρτονιού, κάτουρου και μέταλλου την πρώτη μου ώρα μέσα στην πόλη αυτή. Τα πράγματα συμβαίνουν με μία σειρά, ένα μονοπάτι από ψίχουλα που θέλω να ακολουθήσεις. Τώρα, θέλω να χαθείς μαζί μου όσο εγώ στρέφω τον χάρτη στο μεταχειρισμένο μου κινητό αποδώ κι αποκεί, ακολουθώντας την μπλε τελίτσα που αντιπροσωπεύει εμένα, αυτήν εδώ που πάλλεται. Τούτη τη στιγμή, οι γραμμές και οι κύκλοι δεν μου βγάζουν κανένα νόημα.

Εδώ είμαστε, σε ένα νησί. Κατά κάποιον τρόπο, περιτριγυρισμένος από νερό ανασαίνει πιο εύκολα κανείς. Έχω καταφτάσει στο συνωστισμένο τέρμα του λεωφορείου, με δύο τσάντες, εξακόσια δολάρια σε μετρητά και μια άγνωστη διεύθυνση στο κινητό μου. Είμαι δεκαοκτώ –μόλις τα έκλεισα– και υπάρχουν εκατομμύρια πράγματα που δεν μπορώ να κάνω, αλλά μπορώ να κάνω αυτό. Δεν είναι ακριβώς δραπέτευση. Για να είμαι σίγουρη, όμως, περίμενα να κλείσω κι αυτόν τον έναν χρόνο, όπως και η μητέρα μου. Τι αστεία που είναι τα χρόνια. Ο τρόπος που η συλλογή ενός συγκεκριμένου αριθμού χρόνων σού δίνει τη δυνατότητα να κάνεις ένα σωρό πράγματα. Δεκαοκτώ χρονών και ξαφνικά μπορείς να συναινέσεις. Τα μεσάνυχτα συμβαίνει αυτό ή ένα λεπτό μετά ή υπάρχει κάποιος άλλος υπολογισμός που σε καθιστά έτοιμη; Να μπορείς να συναινέσεις. Αυτό σημαίνει πως δεν συναινούσα πριν; Αυτό πρέπει να σήμαινε για τον κύριο Τζάκσον.

Δάχτυλα ακουμπούν μέταλλο και φακό. Δεν γίνεται να τον σκεφτώ χωρίς να αγγίζω αυτό που κάποτε του ανήκε.

Εγώ κάποτε του ανήκα.


Add: 2026-05-27 16:42:29 - Upd: 2026-05-28 08:12:43