Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση γιατρού-αρρώστου, που ποτέ δεν θα πάψει να βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρωπιστικής Ιατρικής, δέχεται σημαντικές πιέσεις αναπροσαρμογής. Παράλληλα, η μετάθεση μεγάλου μέρους της εξουσίας της Ιατρικής από τον γιατρό στα υγειονομικά συστήματα επηρεάζει τη συλλογική συμπεριφορά των γιατρών και διαμορφώνει νέα προτάγματα. Ουσιαστικά, η Ιατρική καλείται πλέον να ξεκαθαρίσει τι μέλλεται αναγκαστικά να χαθεί και τι θα επιλέξει να διαφυλάξει από όλα εκείνα τα στοιχεία που μέχρι σήμερα καθόριζαν την ανθρωπιστική της έκφραση. Στη συγκεκριμένη συγκυρία, οι γιατροί καλούνται να λειτουργήσουν ως οι «οργανικοί διανοούμενοι» που προσδίδουν στη σύγχρονη κοινωνία ανθρωπιστική συνείδηση της αρρώστιας. Η συμμετοχή τους στη διαμόρφωση και τη λειτουργία των μοντέλων περίθαλψης που θα υιοθετήσουν τα υγειονομικά συστήματα του μέλλοντος συνιστά πράξη ανθρωπιστικής Ιατρικής μείζονος σημασίας.


