Το βιβλίο προτείνει μια πολιτικο-νομική ανακατασκευή της Κριτικής Θεωρίας, μέσα από τη γενεαλογική διερεύνηση εννοιών με επίκεντρο την πρώτη γενιά της Σχολής της Φρανκφούρτης, αντλώντας από τη σκέψη του Τέοντορ Β. Αντόρνο και αναδεικνύοντας, παράλληλα, τη συμβολή των πολιτικών στοχαστών Φραντς Νόυμαν και Όττο Κιρκχάιμερ.
Σε πρώτο επίπεδο, αναστοχάζεται την αντορνική έννοια του κοινωνικού πόνου ως διαγνωστικό κριτήριο της Κριτικής Θεωρίας και ως ένδειξη των ορίων της κοινωνικής και θεσμικής ενσωμάτωσης: ο πόνος συλλαμβάνεται ως πολιτικό σκάνδαλο που κρατά τις νομικο-πολιτικές έννοιες ανοιχτές στη δοκιμασία αποσιωπημένων εμπειριών αδικίας. Στη συνέχεια, αναπτύσσει μια συστηματική διερεύνηση της σχέσης δικαίου, κρίσης και πολιτικής, μέσα από έννοιες όπως το κράτος δικαίου και τη συναφή φαινομενολογία της αποσάθρωσής του, την προβληματική της εκνομίκευσης, είτε αρνητικά ως τεχνοκρατική κανονικοποίηση είτε θετικά ως θεσμική εγγραφή της σύγκρουσης, καθώς και την κανονικοποίηση της εξαίρεσης.
Παράλληλα, το βιβλίο προχωρά σε κριτική αποτίμηση της κανονιστικής στροφής της μεταγενέστερης Σχολής της Φρανκφούρτης, στο έργο των Γιούργκεν Χάμπερμας και Άξελ Χόνετ, εξετάζοντας τα όρια της διαδικαστικής και της κοινοτιστικής θεμελίωσης των αντίστοιχων πολιτικο-θεωρητικών τους προγραμμάτων, χωρίς ωστόσο να παραβλέπει τις δυνατότητες που οι προσεγγίσεις αυτές εξακολουθούν να διατηρούν: αφενός ως προς τις κρισιακές διαγνώσεις της ύστερης νεωτερικότητας και, αφετέρου, ως προς τη σύνδεση αγωνιστικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η μελέτη καταλήγει στη σκιαγράφηση μιας Κριτικής Θεωρίας που αρνείται τόσο την εξωθεσμική απόσυρση όσο και τη θεσμική εξιδανίκευση, αντιμετωπίζοντας τους θεσμούς ως αντιφατικά και ανοιχτά πεδία κοινωνικού ανταγωνισμού και ενδεχόμενου μετασχηματισμού.


