Πολύ γρήγορα, δεν ήταν πιά παιδάκια. Έγιναν αδερφοί. Και άρχισαν κι αυτοί να λένε « όχι » και να δηλώνουν τις αποκλίσεις τους. Ο πρωτότοκος όμως εκδήλωσε από νωρίς μιάν αλλόκοτη ιδιοτροπία : η μερίδα του δεν του αρκούσε ποτέ. Ήθελε πάντα κάτι παραπάνω, πάντα κάτι περισσότερο.
Και όταν στη χώρα έπεσε πληγή μεγάλη κι η πείνα θρόνιασε στα σπιτικά αναστατώνοντας σωθικά και διασαλεύοντας ηθικά, ο μεγάλος αδερφός αποφάσισε πως η λύση ήταν να ξεψαχνίσει τον μικρό. Για να υπάρξει λίγο, για να είναι λίγο. Για να ζήσει λίγο καλύτερα. Του έστησε παγίδα, τον άρπαξε, τον μέτρησε και άρχισε να τρωγαλίζει ο,τι του φαινόταν περισσό. Μασαμπούκιασε, χλαπάκιασε, καταβρόχθισε... Κι όμως, δεν κατόρθωσε να χορτάσει. Η πείνα του μάλιστα γιγαντώθηκε.


