Δεν ήθελα να μένω όλη μέρα στο σπίτι. Να παίρνω τους δρόμους ήθελα. Ήταν το οξυγόνο μου. Αν έμενα πολύ στο σπίτι, νόμιζα θα πεθάνω.
Έτσι μεγάλωσα. Στους δρόμους μεγάλωσα. Στις λαϊκές αγορές και τα παζάρια. Στα λεωφορεία, στα τρένα και στα αεροπλάνα. Στη Θεσσαλονίκη και σε όλους τους ξένους τόπους της Δύσης και της Ανατολή που αξιώθηκα να ταξιδέψω.
Τόση ήταν η λαχτάρα μου να συναντώ άγνωστους ανθρώπους, που φαίνεται πως πολλοί το καταλάβαιναν. Στα καλά καθούμενα άρχιζαν να μου μιλούν, να μου εξιστορούν τη ζωή τους, τους καημούς και τα πάθη τους. Κάθε συνάντηση κι ένα θαύμα. Κάθε άνθρωπος σημαντικός και πολύτιμος μέσα στην ανωνυμία του, την ταπεινή ζωή του. Κάθε ψυχή κι ένα φως, συχνά κρυμμένο και αθέατο.
Τους οφείλω απέραντη ευγνωμοσύνη. Μ’ έκαναν δική τους κι έγιναν δικοί μου. Αυτοί είναι η περιουσία μου. Κι έγιναν τόσοι πολλοί, που έφτασα να αισθάνομαι πως έχω παντού συγγενείς. Παντού αδέρφια. Αυτή η συλλογή διηγημάτων είναι ένα κεράκι για όλους. Τους εδώ και τους εκεί.


