Η αρχαιολογία του αποχαιρετισμού
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-345-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Ισπανικά
Ενιαία τιμή έως 30/10/2027
€ 23.32 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 648 σελ.
Περιγραφή
Παλένκε, 1952. Μια υγρή, αποπνικτική ζέστη διαποτίζει τη ζούγκλα. Ο αρχαιολόγος Αλμπέρτο Ρους Λουιγιέρ επιβλέπει την πρόοδο των εργασιών στον Ναό των Επιγραφών. Χρειάστηκε να περιμένει τέσσερα χρόνια για να ολοκληρώσει την αποστολή του και να ρίξει φως στον αρχαίο κόσμο των Μάγια. Όταν η πόρτα που είχε παραμείνει σφραγισμένη για πάνω από δώδεκα αιώνες ανοίγει, τον οδηγεί στο κέντρο του Κάτω Κόσμου, εκεί όπου βρίσκεται ο τάφος του Πακάλ του Μέγα, του ισχυρού ηγεμόνα των Μάγια στο Παλένκε.

Η Ρακέλ, αφηγήτρια της ιστορίας, θα συναντήσει στη Λισαβόνα τον Κλάουδιο Ρους, τον μικρότερο γιο του Αλμπέρτο. Οι δυο τους αναπτύσσουν μια αμφίσημη φιλία με κοινό στόχο τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη ζωή του αρχαιολόγου. Μέσα από μνήμες, ιστορικά ντοκουμέντα, χαρές και απογοητεύσεις, διαγράφεται μια πορεία από το Παρίσι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την Κούβα και το Μεξικό του 20ού αιώνα. Καθώς ανασυνθέτουν τη διαδρομή του Αλμπέρτο, έρχονται αντιμέτωποι όχι μόνο με τα ερείπια ενός αρχαίου πολιτισμού, αλλά και με το πικρό αίσθημα της απώλειας.

Ένα μυθιστόρημα για μια συγγραφέα που επιχειρεί να ανακαλύψει τον δικό της δρόμο μέσα από τα ερείπια της ζωής των άλλων.

Μόντρεαλ - Παλένκε, Αύγουστος του 1979

Δεν του φάνηκε καθόλου παράξενο που σε μια τέτοια στιγμή θέλησε να επιστρέψει στο Παλένκε, τον τόπο όπου έζησε μεγάλες συγκινήσεις. Μετά το γεύμα ξάπλωσε να ξεκουραστεί για λίγο στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, απορημένος με τις αλλαγές που σιωπηλά υφίστατο ο οργανισμός του. Ήταν μια συνήθεια που είχε εγκαταλείψει κατά τη διάρκεια αυτών των οικογενειακών διακοπών. Ένιωθε μια πρωτόγνωρη εξάντληση. Σχεδόν αμέσως ένα ψυχρό σφίξιμο τον παρέλυσε εντελώς. Η πνευματική καθαρότητα υποχώρησε μπροστά στην ανασφάλεια της σύγχυσης. Δεν μπόρεσε καν να απαντήσει στη Σέλια όταν τον ρώτησε τι του συνέβαινε. Η δυσκολία στην αναπνοή τον εμπόδισε να αρθρώσει λέξη: Ο πόνος ματαίωσε τη διαύγεια. Αντιλήφθηκε ότι εκείνη βρισκόταν μακριά, σε ένα μέρος όπου αυτός δεν είχε πια πρόσβαση.

Η καρδιά του τον είχε προδώσει και άλλες φορές, αλλά αυτό το χτύπημα έμοιαζε οριστικό. Από μια ρωγμή του χρόνου, καθώς ο νους του γαληνεμένος διέτρεχε τα φθαρμένα περάσματα της μνήμης, θυμήθηκε εκείνη την άλλη φορά που είχε νιώσει αδυναμία να αναπνεύσει, τον μάταιο ξέφρενο σφυγμό, το σώμα του ασυγκίνητο στη θέλησή του… Άραγε να πλησίαζε ο θάνατός του; Επέστρεψε σε εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα στα περίχωρα του Παρισιού. Τα αδέλφια του, ο Μιγκέλ και η Λίλι γελούσαν στη μικρή προβλήτα της λίμνης, πιτσιλώντας το νερό, που τους φαινόταν υπερβολικά κρύο. Είχε περάσει ώρα από τότε που έφαγαν. Ο Αλμπέρτο, με την τόλμη των έντεκα χρόνων, αψήφησε σχεδόν αυτόματα την απαγόρευση του πατέρα του να κολυμπήσουν. Ήξερε πως η μητέρα του θα τον συγχωρούσε και μάλιστα θα τον επαινούσε για την πράξη του όταν δεν θα ήταν παρών ο άλλος γονιός. Μέσα στο νερό κατάλαβε ότι έπρεπε να κινηθεί γρήγορα για να ζεσταθεί και καμάρωνε μπροστά στο ενοχλημένο βλέμμα του Φρανσίσκο Ρους. Κολυμπούσε και απομακρυνόταν από την όχθη, αλλά όταν θέλησε να επιστρέψει, δεν του είχαν απομείνει δυνάμεις. Όσο κι αν προσπαθούσε, οι μύες του είχαν μουδιάσει από το κρύο. Είχε κρίνει λανθασμένα την αντοχή του και είχε υπερεκτιμήσει τις κολυμβητικές του ικανότητες. Ξάφνου ένιωσε μια κράμπα στο πόδι που τον παρέλυσε. Ο πατέρας του νόμισε πως επρόκειτο για ένα ακόμα από τα καμώματά του. Περίμενε από τον πρωτότοκό του περισσότερη σοβαρότητα και ωριμότητα. Η Λουίζ αναρωτήθηκε αν ο γιος της έκανε όντως πλάκα. Η Λίλι γέλασε. Μόνο ο Μιγκέλ αντιλήφθηκε την κρισιμότητα της κατάστασης και βούτηξε στο νερό αφού τους φώναξε ότι δεν προσποιούνταν. Ο Αλμπέρτο, βυθισμένος, κατάφερε να ακούσει την παραμορφωμένη κραυγή του και μετά ένιωσε να τον αρπάζει. Με το κεφάλι ξανά στην επιφάνεια, του δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος για να ανακτήσει την αναπνοή του πριν φτάσουν στην όχθη. Ο μικρός του αδελφός, αυτόν που υπέβαλλε σε όλων των ειδών τα πειράγματα και τα βασανιστήρια, μόλις του είχε σώσει τη ζωή.

Ξανά πίσω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου Hyatt Regency στο Μόντρεαλ, πολύ κοντά στη Βικτόρια Σκουέρ, η δυσκολία του να αναπνεύσει επιδεινώθηκε. Η συναίσθηση της κατάστασής του δεν τον άφησε να παραμείνει εκεί για πολύ και, ανταποκρινόμενος σε μια παράξενη λογική που ακόμη του ήταν ακατανόητη, ένιωσε ότι κατέβαινε στο εσωτερικό της πυραμίδας του Ναού των Επιγραφών προς την ταφική κρύπτη του Ουαξάκ Αχάου. Αυτό το ημερολογιακό όνομα ήταν λαξευμένο στο πλάι της επιτύμβιας στήλης. Οι παλμοί της καρδιάς του, που είχαν ενταθεί λόγω του εγκλωβισμού, άρχισαν να γίνονται όλο και πιο αργοί. Δεν του φάνηκε καθόλου παράξενο που σε μια τέτοια στιγμή θέλησε να επιστρέψει στον αρχαιολογικό χώρο του Παλένκε. Είχε διασχίσει αυτό το μέρος είκοσι επτά χρόνια πριν, όταν άνοιξε ένα πέρασμα που είχε παραμείνει κλειστό για παραπάνω από δώδεκα αιώνες. Πριν αφαιρέσει το υλικό πλήρωσης, χρειάστηκε να κερδίσει αρκετό έδαφος στη ζούγκλα, να προχωρήσει στην αποψίλωση γύρω από την πυραμίδα, να δουλέψει ακατάπαυστα, ενώ η περιέργειά του φούντωνε. Μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια για να μπορέσει να ξεκινήσει αυτή την κάθοδο που περίμενε κάτω από τα χαλάσματα και να ξεδιαλύνει ένα μυστήριο που έριξε φως στον αρχαίο κόσμο των Μάγια και συνέβαλε στην κατανόησή του. Τώρα, με κομμένη την ανάσα, ο Αλμπέρτο προχωρούσε ξανά στα σκαλοπάτια που ο ίδιος είχε ζητήσει να αποκαλυφθούν και συνειδητοποιούσε ότι δεν ωφελούσε να παρακάμπτει στάδια, ότι όλα έρχονταν στην ώρα τους, ακόμα και ο θάνατος. Το έβλεπε ξεκάθαρα σαν μια αλληγορία της ζωής του. 

Άραγε να είχε φανταστεί εκείνους τους μήνες του 1952 πώς θα ήταν η δική του κάθοδος στον κάτω κόσμο; Είχε αφιερώσει ώρες στη μελέτη των ταφικών εθίμων των αρχαίων Μάγια, στο να αποδείξει πώς οι οικουμενικές πρακτικές προσπαθούσαν να εξαλείψουν από τον θάνατο τον τραγικό του χαρακτήρα, να συγκαλύψουν τον φόβο που ένιωθαν οι ζωντανοί για το πνεύμα του νεκρού. Ωστόσο, δεν είχε αφήσει τίποτα γραμμένο σχετικά με τη δική του φυγή. Θα προτιμούσε να μείνει λίγο ακόμα, να παρατείνει την πορεία μιας ζωής που δεν είχε καμία σχέση με εκείνες τις γεμάτες ματαιότητα και δυστυχία που περιμένουν το τέλος με παραδομένο ηθικό. Οι απειλές και οι κίνδυνοι υπήρξαν αναπόφευκτοι· ο μόχθος, η μάθηση και ο πόνος άφηναν με τον καιρό μια ικανοποίηση που ήταν αδύνατο να βιώσει κανείς μέσα από τη μετριότητα της άνεσης. Ήταν περίεργο να ξέρει ότι επρόκειτο να πεθάνει χωρίς να δει καμία από εκείνες τις εικόνες που είχαν κατακλύσει τη φαντασία του: ούτε σκελετό να θερίζει την ύπαρξή του με δρεπάνι ούτε Θρίαμβο του θανάτου με ένα κάρο φορτωμένο με άψυχα σώματα. Ούτε ήταν εκεί ο Γιουμ Σιμίλ, ούτε η Κοατλίκουε6, ούτε αντίκριζε φιγούρες με μακρύ ρύγχος, ούτε κρανία από χαλαζία· ούτε καν τις καρικατούρες που διακωμωδούσαν τον θάνατο ή τις λαϊκές εκδηλώσεις με τις οποίες εξοικειώθηκε στο Μεξικό. Ένιωθε μόνο την ίδια του τη ζωή να επιθυμεί να επιστρέψει· ανάβλυζε μνήμη από κάθε πόρο του δέρματός του.

Το βήμα του ήταν αργό και επιφυλακτικό σε τούτη τη νέα κατάβαση στην κρύπτη του Ναού. Δεν υπήρχε μουσική ούτε ένιωθε τη μυρωδιά των θυμιατών. Ήξερε ότι το σώμα του πάλευε να κρατηθεί στη ζωή σε ένα ξενοδοχείο του centreville του Μόντρεαλ και προσδοκούσε οι θεοί να του έδιναν τον απαραίτητο χρόνο για να φύγει χωρίς να βιάσει την ψυχή του. Του ήταν ξεκάθαρο ποιος θα ήταν ο τόπος της αιώνιας ανάπαυσής του. Ένας παράξενος μαγνήτης τον παρέσυρε ως εκεί και τον απέτρεπε από το να γίνει μάρτυρας της ίδιας του της αγωνίας, του hitz, όπως θα το έλεγε στη γλώσσα Μάγια του Γιουκατάν. Διέσχισε το τούνελ μέχρι την καρδιά της πυραμίδας σαν μέσα σε όνειρο, βρίσκοντας ανέγγιχτα τα αντικείμενα που είχαν συλλεγεί σε αυτή την πορεία σχεδόν τρεις δεκαετίες πριν, φυλαγμένα τώρα στα μουσεία του Παλένκε και της Πόλης του Μεξικού. Αυτά τα κτερίσματα, καθώς και τα θυσιασμένα σώματα στη σκάλα και στην είσοδο της κρύπτης είχαν αποδείξει ότι και οι Μάγια χρησιμοποιούσαν τις πυραμίδες για ταφικούς σκοπούς.


Add: 2026-05-18 11:10:41 - Upd: 2026-05-18 11:10:41