Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μέσα στα σπίτια, έβλεπες ή φανταζόσουν τις ανθρώπινες σκιές, να σέρνουν τα βήματά τους, να περιφέρονται πάνω-κάτω στο χολ· την τηλεόραση που βολιδοσκοπούσε με μια μπλε και άσπρη φλόγα το σαλόνι, την οικογενειακή εστία· τα πολύχρωμα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που χόρευαν πάνω στις θλιμμένες αυτές σιωπηρές φιγούρες. Άλλοτε αργά, άλλοτε γρήγορα. Πότε-πότε, τρεμόσβηναν απαλά. Κι όπως στεκόσουν απ’ έξω, κοίταζες όλα αυτά τα χρώματα να ταλαντεύονται στον αέρα. Τα έβλεπες πίσω απ’ τις αραχνοΰφαντες κουρτίνες, σε άπειρες παραλλαγές, ίδιες σχεδόν και απαράλλαχτες, σ’ όλα τα σπίτια, τραβηγμένες, μα και ανήμπορες να κρύψουν κάποιο μυστικό. Και η αντανάκλαση όλων αυτών των χρωμάτων σου μετέδιδε μια αίσθηση βάθους· μια ψευδαίσθηση πως το κάθε σπίτι είχε ψυχή· ή κάτι σαν ψυχή, κάτι σαν ζωντανός οργανισμός. Εξέπεμπε κάποια αύρα. Και αυτή η αύρα, φανέρωνε πόσο κοντά ήταν μια οικογένεια. Πόσο δεμένη. Πόση αγάπη υπήρχε. Έτσι είχαμε αποκωδικοποιήσει με τον φίλο μου την πραγματικότητα.
Ο Κίμων Καλαμάρας είναι ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής, όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του. Ίσως γι’ αυτό στη διηγηματική συλλογή του Νάπολη και άλλες ιστορίες αποτυπώνει με τόση ζέση, ειλικρινές ενδιαφέρον και ευδιάκριτο ζήλο τα θαύματα, τα αινίγματα και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας. Τότε που όλα έμοιαζαν λαμπερά και πρωτόγνωρα, τρομακτικά και δυσανάγνωστα. >>>