Η Δενδρινώ είναι ένα αφήγημα με ελλειπτικό ύφος που εισδύει στα χρόνια του Εμφυλίου και προσπαθεί να ψηλαφίσει την ανθρώπινη εμπειρία μέσω της ζωής των ηρώων, οι οποίοι ενώ αποτελούν μοναδικές υπάρξεις, την ίδια στιγμή, μπορούν να ιδωθούν ως αρχετυπικές ανθρώπινες φιγούρες.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
«Η Μαρίκα δεν ξύπνησε αυτό το πρωί όπως όλα τ’ άλλα. Με όλες τις δουλειές τής μέρας στο μυαλό της. Eίχε ένα καλό προαίσθημα για το πώς θα κυλούσαν τα πράγματα. Εκείνο όμως που δεν ήξερε ήταν ότι το βράδυ θα την έβρισκε με τη γεύση του υγρού χώματος στο στόμα της.
Άνοιξε την πόρτα και στάθηκε στο πλατύσκαλο. Ξεμπράτσωτη. Κοίταξε τον αχυρώνα στην άκρη της αυλής. Μεμιάς το μυαλό της άδειασε από τα καθημερινά που προσπαθούσαν, από συνήθειο, να ξυπνήσουν μέσα της. Η ματιά της ανηφόρισε το βουνό. Τον φαντάστηκε σε κάποια κορυφή να κοιτάζει προς το μέρος της. Είχαν κανονιστεί όλα. Δεν ήταν εύκολο αλλά ήξερε πως θα τον βρει. Μέχρι το επόμενο ξημέρωμα θα ήταν μαζί. Το βουνό δεν τη φόβιζε.»


