εισπνέω τις ανάσες σου.
Πάλι αποτεφρώθηκες σε τσιμεντένια πεζοδρόμια
Για μιας ανατολής ροδάνθισμα,
για το τραμπάλισμα μιας μαδημένης μαργαρίτας.
Μέσα από του ασθενοφόρου το στεγνό ουρλιαχτό
Τον ρόγχο σου αφουγκράζομαι.
Πάλι έγινες σπίνος, κοτσύφι, καντηλέρι
Για ένα δάκρυ, ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο.
(από το επιμύθιο του βιβλίου)


