Στην αναζήτηση των αιτιών αυτών επικρατεί η αντίληψη ότι δεν αποδεικνύεται στην καθημερινότητα η ισοκυρία μεταξύ των τριών εξουσιών που δομούν το κράτος -νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική-, ανάλογα βέβαια με το πεδίο θεσμικής λειτουργικότητάς τους, όπως οριοθετείται από το Σύνταγμα. Έτσι, σε σχέση με το αντικείμενο που ερευνά το βιβλίο, η θεσμική εμβέλεια της δικαστικής εξουσίας μειώνεται και το δικαιοδοτικό έργο της δεινά αμφισβητείται, εξαιτίας της μακράς παράδοσης επικυρίαρχων επιλογών σε βάρος της από τις άλλες δύο εξουσίες, κυρίως από την κυβερνητική.
Στις συνθήκες αυτές, το δικαστικό σύστημα δοκιμάζεται, αναζητώντας την ουσιαστική διασύνδεσή του με τα θεσμικά θεμέλιά του: σύνταγμα, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, διεθνείς συμβάσεις, νομολογία, θεωρία, αρχές δικαίου, κ.ά., και με αναφορά πάντα στην Ελλάδα και διεθνώς. Παράλληλα ωστόσο, στην πορεία του αυτή το δικαστικό σώμα παρακολουθείται από τη διαχρονική επικράτηση αυτάρεσκων, μυθοποιημένων, στερεοτυπικών αντιλήψεων και κοινοτοπιών, όπως ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης -εννοείται των δικαστών βέβαια- είναι δεδομένη εξ ορισμού ή ότι η συνείδηση αποτελεί ειδικά για τους δικαστές προνόμιο και ασφαλιστική δικλίδα δίκαιης κρίσης, κ.ά. Ποιοτικά στοιχεία αυτά, τα οποία αναζητούνται σε δικαστικές αποφάσεις, αλλά πολλές φορές ανευρίσκονται...


