«Κι ενώ στις προθέσεις μου δεν ήταν να πάρω τόσο σοβαρά τούτο το ταξίδι, η νοσταλγία με συνεπαίρνει, Σαν το φύλλο που το παρέσυρε ο αέρας χιλιόμετρα μακριά κι επιτέλους γύρισε στο δέντρο-μάνα, εκμυστηρεύομαι στον παιδικό μου φίλο. Καθώς ο άνεμος φέρνει οσμές ξεχασμένες στη μύτη μου, οι καλημέρες των ανθρώπων του χωριού, Πώς πάει σήμερα ή Ντο έντον, η χαρά με τους οικείους ήχους της ποντιακής διαλέκτου, τα ειλικρινή χαμόγελα, τα σφιξίματα του χεριού, τα φιλικά χτυπήματα στον ώμο αφυπνίζουν τη νοσταλγία για τον τόπο μου. Αποκτά ξαφνικά ενδιαφέρον η ανάποδη πορεία της ζωής μου, μου αρέσει που σκοντάφτω πάνω σε θραύσματα μνήμης σπάνια ή οικεία τα οποία καταγράφω στον υπολογιστή τα βράδια στο δωμάτιό μου στην πανσιόν, διαλέγοντας αυτά που θα μου επιτρέψουν να δομήσω μια ιστορία ενώνοντας δύο εποχές. Την περίοδο της κατοχής και την περίοδο της κρίσης»