Τὰ κείμενα τῆς Γραμμικῆς γραφῆς Β, ὅσα μᾶς ἔχουν σωθεῖ, χαραγμένα σὲ πήλινες πινακίδες ἢ ζωγραφισμένα πάνω σὲ ἀμφορεῖς, εἶναι τὰ λογιστικὰ καὶ διοικητικὰ κατάστιχα τῶν μυκηναϊκῶν ἀνακτόρων. Δὲν ἔχουν φυσιολογικὸ/λογοτεχνικὸ περιεχόμενο. Κυρίαρχο στοιχεῖο σ’ αὐτὰ εἶναι οἱ ἀριθμοὶ καὶ οἱ εἰκόνες τῶν καταγραφομένων ἀντικειμένων. Ὅσο παράδοξο καὶ ἂν ἀκούεται, εἶναι ἡ γλώσσα τοῦ Ὁμήρου καὶ γενικότερα ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα στὴν διαχρονική της διάσταση ποὺ ἐνεφύσησε πνοὴ στὰ μυκηναϊκὰ κατάστιχα καὶ τὰ μετέτρεψε σὲ ἑλληνικὰ κείμενα. Γιατὶ οὔτε ἡ ἰδιοφυΐα τοῦ Ventris οὔτε ὁ γλωσσολογικὸς ὁπλισμὸς τοῦ Chadwick θὰ ἐπαρκοῦσαν γιὰ νὰ κατανοηθοῦν τὰ μυκηναϊκὰ κατάστιχα, χωρὶς τὴν συνδρομὴ τῆς Ὁμηρικῆς διαλέκτου καὶ γενικότερα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας. Λογοτεχνικὸ/φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον ἀποκτοῦν τὰ μυκηναϊκὰ κατάστιχα μελετώμενα σὲ συνδυασμὸ μὲ τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη, τῶν ὁποίων οἱ καταβολὲς (ρίζες) ἀνάγονται στὰ μυκηναϊκὰ χρόνια. Μυκηναϊκὰ κείμενα καὶ Ὁμηρικὰ ἔπη ἀλληλοδιαφωτίζονται.


