Η διακοπή της σαμσάρας
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-322-0
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Βουλγαρική
Ενιαία τιμή έως 24/8/2027
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 283 γρ., 204 σελ.
Περιγραφή

Η σαμσάρα είναι ο κύκλος της γέννησης, της ζωής, του θανάτου και της αναγέννησης – η αόρατη ρουτίνα που κρατά τους ανθρώπους δεμένους στις επαναλήψεις τους, στα λάθη, στις ενοχές και στις μικρές ελπίδες τους. Σύμφωνα με τον βουδισμό, η επίτευξη της νιρβάνα απαιτεί το σπάσιμό της και την απελευθέρωση από αυτήν.

Τα έντεκα διηγήματα της συλλογής Η διακοπή της σαμσάρας μάς συστήνουν ανθρώπους της διπλανής πόρτας που βρίσκονται ακριβώς σε αυτό το σημείο καμπής. Ένας ηλικιωμένος που λαμβάνει ως δώρο μία θέση ταφής, μια γυναίκα που νικά την ασθένειά της ενώ ο σύζυγός της χάνεται μέσα σε αυτήν, ένας καθηγητής μουσικής που αναμετράται με τις επιλογές του εξαιτίας ενός σφραγισμένου παραθύρου, και ένας δολοφόνος που καλείται να ζήσει με την οικογένεια του θύματός του συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, στους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών.

Με ειρωνεία και τρυφερότητα, με γλώσσα πλούσια και στιβαρή, η Ελένα Αλέξιεβα υφαίνει τις διαδρομές τούτων των ιδιόρρυθμων ανθρώπων, που πορεύονται κατά τα φαινόμενα ατελείς, ωστόσο κουβαλούν μέσα τους τα πειστήρια της ευτυχίας.

ΔΩΡΟ

Για τα εξηκοστά πέμπτα γενέθλιά του, έκαναν στον Ιβάν Πέτροβ δώρο έναν τάφο.

Στην αρχή σκέφτηκε ότι ήταν ένα χοντροκομμένο αστείο. Είναι αλήθεια πως θεωρούσε τον εαυτό του μεγάλο γλεντζέ –και ακόμα κι αν τον έβαζαν ανάμεσα σε πεινασμένους κανίβαλους σε ένα έρημο νησί, θα γινόταν και πάλι η ψυχή της παρέας– αλλά αυτή η φάση με τον τάφο ήταν λίγο τραβηγμένη.

«Εσείς εδώ τι…» μουρμούρισε καθώς τοποθετούσε τα γυαλιά του στη μύτη του για να διαβάσει πιο προσεκτικά το έγγραφο αορίστου χρόνου χρήσης τάφου που είχε εκδοθεί από τη Δημοτική Υπηρεσία «Πάρκα Κοιμητηρίων».

Πήγε να πει κάτι η γυναίκα του, αλλά ο γιος, ο Ιβάν Πέτροβ ο νεότερος, της έκανε νόημα να σωπάσει. Η κόρη καθόταν στην άλλη άκρη του εορταστικού τραπεζιού, κάπνιζε και παρακολουθούσε τη σκηνή αφ’ υψηλού, με μια συγκαταβατική απέχθεια. Ήταν κριτικός θεάτρου, έγραφε κακεντρεχείς κριτικές στις εφημερίδες και όλοι τη φοβούνταν πολύ – ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν σε εκείνη.

«Είμαι επαγγελματικό κοινό» της άρεσε να επαναλαμβάνει – και συμπεριφερόταν ακριβώς σαν τέτοιο.

Απλώς δεν έχεις σεξουαλική ζωή. Ας υπήρχε δίπλα σου ένας γερός άντρας…, της ανταπαντούσε ο Ιβάν Πέτροβ, αλλά μόνο νοερά, δεν τολμούσε να ανοίξει το στόμα του. Άντε μετά να εξηγήσεις πως ό,τι και να έχεις πει, δεν το έχεις κάνει για να προσβάλεις, αλλά από καθαρή γονική μέριμνα. 

Η μητέρα της ανησυχούσε πολύ για εκείνη.

Το βλέμμα του Ιβάν Πέτροβ έπεσε στην επίσημη στρογγυλή σφραγίδα της δημοτικής υπηρεσίας, τη διακοσμημένη με δύο σταυρωτά κλαδιά βελανιδιάς και έναν μαύρο σταυρό στη μέση. Λίγο πιο πάνω είχε προσέξει γραμμένη με εκφραστικά πλάγια γράμματα τη σχεδόν βιβλική διατύπωση Εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Αυτό του ήταν απολύτως αρκετό.

Ο Ιβάν Πέτροβ ο νεότερος παρακολουθούσε με αγωνία, για να δει αν ο πατέρας του θα πρόσεχε το ποσό έναντι του οποίου του είχε εξασφαλιστεί το εν λόγω Εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων, αλλά εκείνος μάλλον το παρέβλεψε. Κρίμα, πράγματι, γιατί ήταν αρκετά τα χρήματα, το οποίο συνεπάγεται ότι το δώρο δεν ήταν απλώς ακριβό, αλλά πολυτελές στην κυριολεξία.

Εκείνη τη στιγμή, μία διαπεραστική κραυγή διέλυσε την ασφυκτική σιωπή, και ευθύς αμέσως ακολουθήθηκε από ένα σπαρακτικό κλάμα. Η αγαπημένη της φαμίλιας, το βρέφος με τις χρυσές μπούκλες Νικόλ, μόλις είχε κάνει κακά.

«Γιατί, βρε γλυκό μου, γιατί δεν είπες στη μαμά ότι έχεις κακάκια όταν σε ρώτησα πριν από λίγο;» τη μάλωσε τρυφερά η νύφη, και για παν ενδεχόμενο μύρισε ξανά τη βρεφική πάνα, οπότε τα χαρακτηριστικά της χαλάρωσαν με ευχαρίστηση και ασυναίσθητα έκλεισε τα μάτια της.

«Δεν πειράζει, παιδάκι μου, δεν πειράζει, παιδί μου» πετάχτηκε από τη θέση της η γυναίκα του Ιβάν Πέτροβ, και σαν λιονταρίνα όρμησε προς την εγγονή της. «Να, τώρα αμέσως θα το καθαρίσει η γιαγιά, δεν έγινε και τίποτα».

Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, φάνηκε πως η πεθερά και η νύφη επρόκειτο να εμπλακούν σε αιματηρή μονομαχία – ακόμα και η Νικόλ σώπασε και γούρλωσε τα μάτια της γεμάτη περιέργεια. Η γυναίκα του Ιβάν Πέτροβ, όμως, με εμφανή προσπάθεια σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε με τη μονότονη χροιά της φωνής του δήμιου:

«Εκατό φορές σού έχω πει να μην τη μαλώνεις έτσι. Την τραυματίζεις. Τι θέλεις; Να αρχίσει να σφίγγεται, και έτσι να βλάψει το στομαχάκι της και να μείνει σακατεμένη για μια ζωή; Παρεμπιπτόντως, συγγνώμη που ανακατεύομαι. Εσύ ξέρεις καλύτερα, αφού είσαι η μητέρα της».

Η νύφη δεν απάντησε. Μονάχα έσφιξε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της και οι τρεις τους κατευθύνθηκαν προς το μπάνιο.

Η κόρη του Ιβάν Πέτροβ σηκώθηκε με απάθεια από τη θέση της, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο και πέταξε τη γόπα της έξω. Από την πίσω αυλή της πολυκατοικίας ακούστηκαν τιτιβίσματα πουλιών, δύο γάτες πλακώθηκαν θορυβωδώς και για λίγο, μετά χωρίστηκαν με έναν τρομακτικό συριγμό. Το ανοιξιάτικο αεράκι έφερε μια χούφτα λευκά, σχεδόν διάφανα, μικρά πέταλα από τα άνθη της κορομηλιάς και τα σκόρπισε εύθυμα στο τραπέζι.

«Κλείσε, κάνει ρεύμα» είπε ο Ιβάν Πέτροβ ο νεότερος. «Μην τυχόν προκαλέσουμε κάνα κρυολόγημα στον εορτάζοντα».

Ο Ιβάν Πέτροβ κοίταξε τον έναν, μετά και την άλλη. Δίπλωσε το έγγραφο στα τέσσερα και, μη ξέροντας πού να το καταχωνιάσει, το έβαλε κάτω από τη χαρτοπετσέτα δίπλα στο πιάτο του.

«Θα μου εξηγήσει κάποιος επιτέλους;»

Η κόρη άναψε ένα ακόμα τσιγάρο και άφησε επιδεικτικά δύο γαλαζωπά συννεφάκια να βγουν από τα ρουθούνια της. Προφανώς δεν είχε καμία πρόθεση να εξηγήσει το οτιδήποτε.

«Εεεμ, αυτό είναι ένα είδος ασφάλισης για το μέλλον» άρχισε ο Ιβάν Πέτροβ ο νεότερος. «Στις μέρες μας, ο νοήμων άνθρωπος είναι απλώς υποχρεωμένος να μεριμνήσει για αυτά τα πράγματα. Και, μάλιστα, όσο πιο νωρίς τόσο το καλύτερο. Για να έχει το κεφάλι του ήσυχο».

«Κυρίως για την ηρεμία των συγγενικών του προσώπων» παρενέβη καυστικά η κόρη.

«Άρα νομίζετε ότι δεν είμαι νοήμων, σωστά; Ότι μιας που γίνομαι εξήντα πέντε, ήδη έχω γεράσει τόσο πολύ, μέχρι που μου έχει στρίψει; Και σπεύδετε να με θάψετε. Να μεριμνήσετε γι’ αυτά τα πράγματα, όπως το έθεσες».

«Το ήξερα ότι θα αντιδρούσες έτσι!» Ο Ιβάν Πέτροβ ο νεότερος φούντωσε. «Αλλά σκέψου μόνο αυτό: πόσοι άνθρωποι ζουν σ’ αυτή την πόλη; Δύο εκατομμύρια, ίσως και παραπάνω. Έχεις, λοιπόν, ιδέα τι κρίση υπάρχει με τις θέσεις ταφής; Κάθε μέρα πεθαίνουν χιλιάδες. Ενώ θέσεις δεν υπάρχουν. Ο δήμος δεν προλαβαίνει, οι διαθέσιμοι χώροι είναι περιορισμένοι. Στα ιδιωτικά νεκροταφεία δε, ένας τάφος κοστίζει όσο ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης».

«Ε, όλο και κάπου τους βρίσκουν ένα μέρος» αντέτεινε, αν και όχι με απόλυτη βεβαιότητα ο Ιβάν Πέτροβ.

«Πού, για παράδειγμα;»

«Εεεμ… κάπου, πού να ξέρω εγώ πού…»

«Να, για αυτό μιλάω!» ξέσπασε ο Ιβάν Πέτροβ ο νεότερος, χωρίς να αστειεύεται πια. «Για τη χαμένη σας γενιά, που έχει ζήσει όλη της τη ζωή με την ιδέα ότι οπωσδήποτε κάποιος πρέπει να μεριμνήσει γι’ αυτήν! Κάποιος πρέπει να σας εξασφαλίσει, να σας μορφώσει, να σας δώσει δουλειά, να σας πληρώνει τις συντάξεις, ενώ ύστερα και… Συγγνώμη, αλλά αυτό τελείωσε! Έληξε! Τέρμα! Τώρα οι άνθρωποι έχουν αφεθεί να βασίζονται μόνοι τους στον εαυτό τους, και αυτό είναι δίκαιο. Είναι δυσάρεστο, είναι δύσκολο, αλλά είναι δίκαιο. Και αν το είχατε κατανοήσει νωρίτερα, δεν θα ήμασταν σ’ αυτό το χάλι».

Η κόρη πίεσε το αποτσίγαρο μέσα στο τασάκι με ψυχρή μανία, σαν να ήταν κατσαρίδα, και χειροκρότησε μόνη της.


Add: 2026-03-19 12:29:14 - Upd: 2026-03-23 09:38:03